
Όλοι έχουμε βιώσει εκείνη τη στιγμή που ένα τηλεφώνημα ή μια υποχρέωση περιμένει, όμως κάτι αόρατο μάς κρατά καθηλωμένους. Η πρόθεση υπάρχει, η πράξη όμως καθυστερεί — όχι από αδιαφορία, αλλά από μια εσωτερική αδράνεια που μπλοκάρει το ξεκίνημα.
Όταν αυτή η δυσκολία μετατρέπεται σε μόνιμο εμπόδιο και επηρεάζει σοβαρά την καθημερινή λειτουργικότητα, οι ειδικοί μιλούν για αβουλία: μια παθολογική μορφή αναβλητικότητας που συναντάται συχνά σε άτομα με κατάθλιψη ή άλλες νευροψυχιατρικές διαταραχές. Οι άνθρωποι αυτοί δεν στερούνται θέλησης· αντίθετα, θέλουν να δράσουν, αλλά ο εγκέφαλος μοιάζει να «αρνείται» να δώσει το πράσινο φως.
Νέα έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Current Biology φαίνεται να εντοπίζει τον νευρωνικό μηχανισμό πίσω από αυτό το φαινόμενο, ανοίγοντας νέους δρόμους για την κατανόηση — και ενδεχομένως τη θεραπεία — της αβουλίας.
Οι επιστήμονες γνώριζαν ήδη ότι πριν από κάθε ενέργεια ο εγκέφαλος ζυγίζει το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τον απαιτούμενο κόπο. Όταν το «κόστος» θεωρείται υψηλό, η κινητοποίηση μειώνεται. Δύο περιοχές φαίνεται να παίζουν κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία: το κοιλιακό ραβδωτό σώμα και το κοιλιακό ωχρό σώμα, αν και μέχρι πρόσφατα ο τρόπος αλληλεπίδρασής τους δεν ήταν σαφής.
Στο πλαίσιο της μελέτης, ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Κιότο εκπαίδευσαν μακάκους να εκτελούν δύο διαφορετικές εργασίες. Η μία συνοδευόταν από ανταμοιβή, ενώ η άλλη περιλάμβανε και ένα δυσάρεστο ερέθισμα. Όπως αναμενόταν, τα ζώα δίσταζαν περισσότερο να ξεκινήσουν τη δεύτερη. Όταν όμως οι επιστήμονες παρενέβησαν γενετικά και διέκοψαν την επικοινωνία ανάμεσα στις δύο εγκεφαλικές περιοχές, η απροθυμία σχεδόν εξαφανίστηκε.
Τα δεδομένα έδειξαν ότι το κοιλιακό ραβδωτό σώμα λειτουργεί ως ανιχνευτής στρες, στέλνοντας σήματα στο κοιλιακό ωχρό σώμα για να «φρενάρει» τη δράση. Η απενεργοποίηση αυτού του κυκλώματος μοιάζει να αίρει το εμπόδιο που καθυστερεί την έναρξη μιας ενέργειας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το κοιλιακό ωχρό σώμα ενδέχεται να αποτελεί βασικό κόμβο της απάθειας που παρατηρείται σε καταστάσεις όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια ή η νόσος του Πάρκινσον. Αν και άμεσες παρεμβάσεις στον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν είναι εφικτές, τα ευρήματα ενδέχεται να συμβάλουν στην ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών ή ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων.
Οι ίδιοι επισημαίνουν, πάντως, ότι το συγκεκριμένο κύκλωμα δεν είναι «ελαττωματικό» από τη φύση του. Αντίθετα, σε φυσιολογικές συνθήκες λειτουργεί προστατευτικά, αποτρέποντας την υπερκόπωση ή την εμπλοκή σε επικίνδυνες συμπεριφορές. Το πρόβλημα προκύπτει όταν ο διακόπτης μένει μόνιμα κλειστός.


















