
Οι απόγονοι γονιών που ζουν πάνω από τα 100 έχουν ελαφρώς καλύτερες διατροφικές συνήθειες από τον μέσο ενήλικα – Τα στοιχεία της έρευνας
Οι απόγονοι όσων ζουν μέχρι την ηλικία των 100 φαίνεται να έχουν ελαφρώς πιο υγιεινή διατροφή σε σχέση με τους τυπικούς ενήλικες, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Προηγούμενες έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά των αιωνόβιων μοιράζονται συχνά ορισμένα από τα πλεονεκτήματα του τρόπου ζωής των γονιών τους, με σαφώς χαμηλότερα ποσοστά ασθενειών που σχετίζονται με την ηλικία, ιδιαίτερα καρδιαγγειακών παθήσεων όπως το έμφραγμα και το εγκεφαλικό.
Ερευνητές στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης, στις Ηνωμένες Πολιτείες, έθεσαν ένα πιο πρακτικό ερώτημα: τι τρώνε στην πραγματικότητα οι «αιωνόβιες» οικογένειες;
Οι ερευνητές ανέλυσαν ερωτηματολόγια διατροφής που συμπληρώθηκαν το 2005 από 457 ηλικιωμένους, οι οποίοι συμμετείχαν στη μελέτη New England Centenarian Study, μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο για οικογένειες με μεγάλη μακροζωία. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν ενήλικες, απόγονοι αιωνόβιων ατόμων.
Η ηλικία των συμμετεχόντων κυμαινόταν από 40 έως 90 ετών, με τον μέσο όρο γύρω στα 75, όταν δήλωσαν τη διατροφή τους το 2005.
Η μελέτη (πηγή στα Αγγλικά) διαπίστωσε ότι οι συγκεκριμένοι ενήλικες είχαν μέτρια συνολική ποιότητα διατροφής. Η διατροφή τους δεν ήταν άψογη, αλλά συγκέντρωσαν ελαφρώς υψηλότερες βαθμολογίες από αντίστοιχες ομάδες ηλικιωμένων στις ΗΠΑ σε τέσσερις αναγνωρισμένους δείκτες διατροφής, συμπεριλαμβανομένων δεικτών που συνδέονται με τη γενική υγεία, την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων, την υγεία του εγκεφάλου και τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος.
Τα ισχυρότερα στοιχεία της διατροφής τους ήταν η κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, χόρτων και οσπρίων, θαλασσινών και η υψηλή ποιότητα «πρωτεϊνούχων τροφών», δηλαδή τροφών όπως τα θαλασσινά και λιγότερο επεξεργασμένα κρέατα. Τείνουν επίσης να τα πηγαίνουν σχετικά καλά στον περιορισμό του νατρίου, της προστιθέμενης ζάχαρης και των επεξεργασμένων δημητριακών.
Ωστόσο, η μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά αιωνόβιων οικογενειών δεν κάλυπταν τα συνιστώμενα επίπεδα πρόσληψης για αρκετές κατηγορίες τροφίμων, όπως τα προϊόντα ολικής άλεσης, τα όσπρια, τα προϊόντα σόγιας και οι ξηροί καρποί. Διατροφές πλούσιες σε αυτού του τύπου τα τρόφιμα συνιστώνται ευρέως από υγειονομικές αρχές, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (πηγή στα Αγγλικά), ως μέρος μιας υγιεινής διατροφής για τη μείωση του κινδύνου χρόνιων παθήσεων.
Τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι η διατροφή ήταν η αιτία για τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής αυτών των οικογενειών. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη ήταν εμπειρική και βασίστηκε σε διατροφή που δηλώθηκε σε μία μόνο χρονική στιγμή. Η ομάδα ήταν επίσης υψηλού μορφωτικού επιπέδου και κατά συντριπτική πλειονότητα τα μέλη της ήταν λευκοί, γεγονός που περιορίζει το έυρος γενίκευσης των ευρημάτων.
Την ίδια στιγμή, η εκπαίδευση φαίνεται να αποτελεί έναν από τους πιο ξεκάθαρους παράγοντες επιρροής στην ποιότητα της διατροφής. Άνθρωποι με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο είχαν συνήθως καλύτερες βαθμολογίες στους δείκτες διατροφής.
Οι ερευνητές λένε ότι τα ευρήματα δείχνουν την ανάγκη για καλύτερη εκπαίδευση σε θέματα διατροφής για τους ηλικιωμένους, συμπεριλαμβανομένων δεξιοτήτων όπως η ανάγνωση των διατροφικών ετικετών και το μαγείρεμα, καθώς και πιο στοχευμένες προσεγγίσεις για άνδρες και γυναίκες.
Καλούν επίσης τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να βελτιώσουν την προσιτότητα και τη διαθεσιμότητα τροφίμων όπως τα προϊόντα ολικής άλεσης και τα όσπρια.
Στην Ευρώπη, οι άνθρωποι ήδη τείνουν να ζουν περισσότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με το προσδόκιμο ζωής να φτάνει τα 81,7 έτη, σύμφωνα με τα στοιχεία (πηγή στα Αγγλικά) του 2024.
Η Ιταλία και η Σουηδία κατέγραψαν το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής (αμφότερες 84,1 έτη) και η Ισπανία (84,0 έτη).
Αντίθετα, το χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής καταγράφηκε στη Βουλγαρία (75,9 έτη), τη Ρουμανία (76,6 έτη) και τη Λετονία (76,7 έτη).
gr.euronews



















