
Δισκία ζολπιδέμης, ένα παράδειγμα υπνωτικού τύπου Z. Φωτογραφία αρχείου Freakinout / Wikimedia Commons. CC0 1.0.
Ενα υπνωτικό μπορεί να βοηθήσει κάποιον να κοιμηθεί πιο γρήγορα ή να ξυπνά λιγότερο μέσα στη νύχτα. Οταν όμως η λήψη γίνεται συχνή, χρειάζεται επανεκτίμηση. Για ορισμένα φάρμακα, οι πιο σημαντικοί κίνδυνοι είναι η υπνηλία την επόμενη ημέρα, οι πτώσεις, η σωματική εξάρτηση και οι επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις με αλκοόλ ή άλλα κατασταλτικά.
Ο όρος «υπνωτικά χάπια» καλύπτει φάρμακα με διαφορετική δράση. Οι βενζοδιαζεπίνες και τα λεγόμενα φάρμακα τύπου Z, όπως η ζολπιδέμη και η ζοπικλόνη, μοιράζονται αρκετούς κινδύνους. Αλλες θεραπείες, όπως οι ανταγωνιστές της ορεξίνης, που περιορίζουν τα σήματα εγρήγορσης, έχουν διαφορετικό προφίλ. Η δραστική ουσία, η δόση, η διάρκεια χρήσης, η ηλικία και τα υπόλοιπα φάρμακα αλλάζουν την εκτίμηση για κάθε άνθρωπο.
Η επίδραση μπορεί να διαρκέσει ως το επόμενο πρωί
Η ζάλη, τα πιο αργά αντανακλαστικά και οι δυσκολίες στη συγκέντρωση ή στη μνήμη μπορεί να επηρεάσουν την οδήγηση και άλλες δραστηριότητες που απαιτούν προσοχή. Με τη ζολπιδέμη, η ικανότητα οδήγησης μπορεί να παραμένει μειωμένη ακόμη κι όταν το άτομο αισθάνεται ξύπνιο. Στους μεγαλύτερους σε ηλικία, οι βενζοδιαζεπίνες και τα φάρμακα τύπου Z αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο σύγχυσης, πτώσεων και καταγμάτων.
Σπάνια, με ορισμένα φάρμακα τύπου Z μπορεί να συμβούν υπνοβασία ή άλλες δραστηριότητες σε κατάσταση μερικού ύπνου, όπως μαγείρεμα ή ακόμη και οδήγηση. Το άτομο μπορεί να μη θυμάται το επεισόδιο. Τέτοια συμβάντα έχουν αναφερθεί ακόμη και μετά την πρώτη δόση. Για τη ζολπιδέμη, τη ζαλεπλόνη και την εσζοπικλόνη, αν συμβεί τέτοιο επεισόδιο, η οδηγία ασφαλείας είναι να μη ληφθεί άλλη δόση και να υπάρξει άμεση επικοινωνία με τον γιατρό.
Τι σημαίνουν ανοχή και σωματική εξάρτηση
Με επαναλαμβανόμενη χρήση ορισμένων υπνωτικών, το αποτέλεσμα μπορεί να μειωθεί. Αυτό λέγεται ανοχή. Η σωματική εξάρτηση σημαίνει ότι ο οργανισμός έχει προσαρμοστεί στο φάρμακο και αντιδρά όταν η δόση μειώνεται ή η αγωγή διακόπτεται. Μπορεί να αναπτυχθεί ακόμη και με λήψη σύμφωνα με τη συνταγή. Η διάγνωση διαταραχής χρήσης απαιτεί ξεχωριστή αξιολόγηση.
Μετά τη διακοπή, η αϋπνία ενδέχεται προσωρινά να επιστρέψει εντονότερη. Με τις βενζοδιαζεπίνες μπορεί να εμφανιστούν άγχος και τρόμος, ενώ η απότομη διακοπή σε άτομο με σωματική εξάρτηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις, ακόμη και σπασμούς. Οποιος λαμβάνει τακτικά βενζοδιαζεπίνη χρειάζεται να συζητήσει με τον γιατρό πριν αλλάξει τη δόση ή τη διακόψει. Αν χρειάζεται μείωση, ο ρυθμός της προσαρμόζεται στο άτομο.
Οι συνδυασμοί που αυξάνουν τον κίνδυνο
Το αλκοόλ ενισχύει την καταστολή από πολλά υπνωτικά. Ο συνδυασμός βενζοδιαζεπίνης με οπιοειδή παυσίπονα μπορεί να επιβραδύνει επικίνδυνα την αναπνοή. Στην επανεκτίμηση της αγωγής έχει σημασία να είναι γνωστά όλα τα φάρμακα, ακόμη και όσα αγοράζονται χωρίς συνταγή. Αν κάποιος αναπνέει αργά ή με δυσκολία ή δεν ξυπνά μετά από λήψη φαρμάκου, χρειάζεται άμεση κλήση στο 112.
Οταν η αϋπνία επιμένει
Για τη χρόνια αϋπνία, θεραπεία πρώτης επιλογής είναι η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία για την αϋπνία. Πρόκειται για οργανωμένο πρόγραμμα που δουλεύει με το ωράριο ύπνου, τη σύνδεση του κρεβατιού με τον ύπνο και την ανησυχία γύρω από το αν θα καταφέρει κανείς να κοιμηθεί. Η κλινική αξιολόγηση μπορεί παράλληλα να αναδείξει προβλήματα που χρειάζονται άλλη αντιμετώπιση, όπως η υπνική άπνοια, ο χρόνιος πόνος ή η επίδραση άλλης αγωγής.
Οταν επιλέγονται βενζοδιαζεπίνες ή φάρμακα τύπου Z για την αϋπνία, προορίζονται κατά κανόνα για βραχεία αγωγή, συνήθως έως τέσσερις εβδομάδες. Τυχόν παράταση χρειάζεται εξατομικευμένη εκτίμηση του οφέλους και του κινδύνου.
Αν το υπνωτικό έχει γίνει μέρος της καθημερινότητας, στη συζήτηση με τον γιατρό βοηθά να καταγραφούν πόσες νύχτες λαμβάνεται, ποιο όφελος έχει στον ύπνο και πώς αισθάνεται το άτομο το επόμενο πρωί. Ετσι μπορεί να εκτιμηθεί αν η αγωγή εξακολουθεί να βοηθά, αν χρειάζεται αλλαγή και ποιο είναι το ασφαλές σχέδιο για τη συνέχεια.
















