Home Ιατρική-Βιολογία Κουνούπια χωρίς «χειμερινή παύση»: Πώς η κλιματική αλλαγή μεγαλώνει τη σεζόν και...

Κουνούπια χωρίς «χειμερινή παύση»: Πώς η κλιματική αλλαγή μεγαλώνει τη σεζόν και τις απειλές

Οι υψηλές θερμοκρασίες, οι ήπιοι χειμώνες και οι έντονες βροχοπτώσεις κάνουν ολοένα πιο φιλικές τις συνθήκες για τους πιο συχνούς «συγκάτοικους» της καθημερινότητας: τα κουνούπια. Με την υπερθέρμανση του πλανήτη – από τις βασικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής – τα έντομα εμφανίζονται πλέον και σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν απαλλαγμένες, όπως η Ισλανδία, όπου εντομολόγοι στα τέλη Οκτωβρίου ανακοίνωσαν την πρώτη καταγραφή κουνουπιού στη χώρα, του είδους Culiseta annulata.

Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ερευνητής/εντομολόγος στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, προϊστάμενος στο Εργαστήριο Εντόμων και Παρασίτων Υγειονομικής Σημασίας (ΕΕΠΥΣ) και αναπληρωματικό μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, δρ Αντώνιος Μιχαηλάκης, τα έντομα «αντιλαμβάνονται πάρα πολύ εύκολα τις διαφορές της θερμοκρασίας», κάτι που συνδέεται άμεσα με την επιβίωσή τους. Δεν είναι τυχαίο, όπως σημειώνει, το διαδεδομένο στερεότυπο ότι «τα έντομα εμφανίζονται το καλοκαίρι κι εξαφανίζονται το χειμώνα», αφού μπορούν να ανιχνεύουν ακόμη και μικρές μεταβολές θερμοκρασίας, ακόμη και σε μικροκλίματα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ο βιολογικός κύκλος των κουνουπιών εξαρτάται άμεσα από τη θερμοκρασία, με τους ερευνητές να παρατηρούν ότι η κλιματική αλλαγή δημιουργεί συνθήκες «ιδιαίτερα φιλικές» για τα κουνούπια ακόμη και σε μέρη όπου παλαιότερα δεν ευνοούνταν. «Ξαφνικά βρίσκουμε ένα νέο περιβάλλον φιλικό γι’ αυτά», επισημαίνει, προσθέτοντας πως εκεί όπου ήδη υπήρχαν, η άνοδος της θερμοκρασίας μπορεί να αυξήσει πολύ τον πληθυσμό τους. Ειδικά για τα κουνούπια, όπου το νερό είναι απαραίτητο στοιχείο του κύκλου τους, οι έντονες βροχοπτώσεις σε συνδυασμό με πολύ υψηλές θερμοκρασίες – πάνω από 30°C – «δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν τη ραγδαία αύξηση των πληθυσμών τους». Στη Μεσόγειο, προειδοποιεί, «πάμε για μία δωδεκάμηνη δραστηριότητα πλέον των εντόμων», κάτι που συνδέεται και με τα νοσήματα που μεταφέρουν.

Το ερώτημα που τίθεται όλο και συχνότερα είναι γιατί η παρουσία των κουνουπιών σε χώρες όπως η Ελλάδα κρατά περισσότερο. Ο δρ Μιχαηλάκης εξηγεί ότι για να «κοπεί» ο βιολογικός κύκλος χρειάζονται χαμηλές θερμοκρασίες για παρατεταμένο διάστημα. Όταν ο χειμώνας είναι ήπιος, η δραστηριότητα όχι μόνο δεν σταματά, αλλά παρατείνεται. Σε αυτό μπαίνει και ο παράγοντας του μικροκλίματος: αν ένα σπίτι έχει ευνοϊκές θερμοκρασίες και το έντομο μπει για διαχείμαση, μπορεί να βρει ξανά κατάλληλες συνθήκες και να συνεχίσει τον κύκλο του. Έτσι, ειδικά για το κοινό κουνούπι (Culex pipiens) – κύριο διαβιβαστή του ιού του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη – η δραστηριότητα μπορεί να είναι σχεδόν ετήσια. Χαρακτηριστικά, για την Αττική, ακόμη και όταν υπήρχαν χιονοπτώσεις και προβλήματα στις μετακινήσεις, οι παγίδες «συλλαμβάνανε κανονικά το Culex pipiens», αφού οι θερμοκρασίες δεν έπεφταν κάτω από τους 5°C, ακόμη κι αν τοπικά υπήρχαν χαμηλότερες τιμές.

Στο μικροσκόπιο, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο η προσαρμογή του κουνουπιού, αλλά και η προσαρμογή των νοσημάτων. Όπως αναφέρει, σε έρευνα διαπιστώθηκε ότι ο ιός του Δυτικού Νείλου καταγράφηκε σε κουνούπια και σε χειμερινούς μήνες, όπως Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο. Αυτό αλλάζει «τα επιχειρησιακά δεδομένα», αφού παραδοσιακά θεωρούνταν ότι ο ιός «σταματούσε» τον χειμώνα και η παρακολούθηση και καταγραφή κρουσμάτων άρχιζε γύρω στον Ιούλιο-Αύγουστο. Πλέον, υπάρχει φόβος η μετάδοση από κουνούπι σε άνθρωπο να ξεκινήσει νωρίτερα, σε περιόδους που δεν θεωρούνταν προβληματικές. Παράλληλα, επισημαίνει ότι, παρότι δεν υπάρχει μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω τσιμπήματος, μπορεί να υπάρξει μετάδοση μέσω μετάγγισης αίματος, κάτι που επηρεάζει το σύστημα αιμοδοσίας και επιβάλλει συνεχή παρακολούθηση.

Πέρα από το Culex pipiens, στην Ελλάδα έχει εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια και το Ασιατικό κουνούπι τίγρης (Aedes albopictus), με ημερήσια δραστηριότητα, δυνητικός φορέας για τους ιούς Chikungunya, Dengue και Zika. Αν και η αυτόχθονη μετάδοση (σε άτομα που δεν ταξίδεψαν ποτέ) παραμένει – ακόμη – σπάνια, ο κίνδυνος υπάρχει, ιδίως αν μολυσμένο άτομο εισάγει τον ιό (εισαγόμενο κρούσμα). Μέχρι το 2022, η δραστηριότητά του περιοριζόταν από την άνοιξη έως τις αρχές του χειμώνα, όμως οι ήπιοι χειμώνες άλλαξαν τα δεδομένα: «Το 2022 παρατηρήσαμε δραστηριότητα του τίγρη μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου», ενώ ακόμη κι όταν δεν εντοπίζονταν ακμαία έντομα στις παγίδες, βρίσκονταν αυγά μέσα στον χειμώνα. Αυτό, όπως εξηγεί, δείχνει ότι το έντομο παρέμενε ενεργό, έστω σε μικρούς πληθυσμούς, και ότι η παρουσία αυγών – έστω σποραδικά – είναι ένδειξη γρήγορης προσαρμογής.

Σε ό,τι αφορά τον δάγκειο πυρετό, η Ελλάδα μέχρι στιγμής έχει μόνο εισαγόμενα κρούσματα, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Υπάρχει ειδική εγκύκλιος που περιγράφει τις διαδικασίες διαχείρισης των εισαγόμενων κρουσμάτων ώστε να αποτραπεί η μετάδοση από κουνούπι σε πληθυσμό χωρίς ταξιδιωτικό ιστορικό. Ενδεικτικό της νέας πραγματικότητας είναι ότι μέτρα λαμβάνονται πλέον και τον χειμώνα: παλαιότερα, όταν επέστρεφαν ταξιδιώτες από χώρες όπως η Κούβα – όπου ο «χειμώνας» είναι ουσιαστικά καλοκαίρι – δεν υπήρχε λόγος παρέμβασης, επειδή θεωρούνταν ότι ο διαβιβαστής δεν είναι ενεργός. Από πέρυσι, όμως, περιφέρειες αξιολογούν δεδομένα και τον χειμώνα και, όπου χρειάζεται, προχωρούν σε έκτακτες εφαρμογές βιοκτόνων.

Το κόστος της παρατεταμένης παρουσίας είναι επίσης σημαντικό: η «ενόχληση μεταφράζεται σε κόστος» για τα νοικοκυριά, που δαπανούν περισσότερα και για μεγαλύτερο διάστημα, ενώ δήμοι και περιφέρειες καλούνται να επεκτείνουν προγράμματα καταπολέμησης που παραδοσιακά σταματούσαν τον Οκτώβριο. Ταυτόχρονα, η παρουσία κουνουπιών συνδέεται και με κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες: περιοχές με κακές υποδομές, φρεάτια που κρατούν νερό, πολλά σκουπίδια που συγκρατούν νερό, ευνοούν μεγάλους πληθυσμούς, ενώ υπάρχουν και περιοχές που «από μόνες τους» δημιουργούν προϋποθέσεις, όπως ο Μαραθώνας ή ο Σχινιάς, με μεγάλες εκτάσεις νερού.

Στις μεγάλες εκτάσεις νερού, όμως, το πρόβλημα δεν είναι ούτε το κοινό κουνούπι ούτε το Ασιατικό. Εκεί κυριαρχεί ένα άλλο είδος: τα ανωφελή (Anopheles), αυτόχθονα στην Ελλάδα, με βραδινή δραστηριότητα, που μεταδίδουν την ελονοσία. Παρότι η ελονοσία εξαλείφθηκε ως αυτόχθονος νόσος από τη δεκαετία του 1970, συνεχίζουν να εμφανίζονται εισαγόμενα κρούσματα σε ταξιδιώτες. Για αυτό, όπως εξηγεί, η Περιφέρεια Αττικής εφαρμόζει ειδικό πρόγραμμα που αφορά αποκλειστικά αυτά τα είδη, με κατ’ εξαίρεση ειδικές εφαρμογές από αέρος, ώστε ο πληθυσμός των ανωφελών να παραμένει σχεδόν μηδενικός και να αποφεύγεται η μετάδοση.

Παράλληλα, ο δρ Μιχαηλάκης αναφέρεται και στο Aedes aegypti (γνωστό ως κουνούπι του κίτρινου πυρετού, με ημερήσια δραστηριότητα), το οποίο έχει εμφανιστεί σε γειτονικές χώρες. Δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα στην Ελλάδα, όμως πρόκειται για τροπικό είδος που θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε θερμά κλίματα. Το είδος υπάρχει ήδη στην Κύπρο, στα σύνορα Τουρκίας–Γεωργίας και στην Αίγυπτο. Γι’ αυτό έχει εκδοθεί ΦΕΚ για προληπτικά μέτρα με έμφαση σε αεροσκάφη που έρχονται από περιοχές υψηλού κινδύνου: το πλαίσιο αφορά όλα τα πτητικά μέσα (επιβατικά, εμπορευματικά, πολιτικά και στρατιωτικά) που αναχωρούν ή κάνουν ενδιάμεση στάση σε τέτοιες περιοχές, βάσει ενημερωμένης λίστας του Υπουργείου Υγείας. Προβλέπονται διαδικασίες όπως υπολειμματικός ψεκασμός σε εσωτερικές επιφάνειες (residual spraying) ή χρήση αερολυμάτων (aerosol sprays). Όπως λέει χαρακτηριστικά, ζητείται «από κάθε αεροπλάνο» που έρχεται από χώρα όπου είναι επίσημα εγκατεστημένο το είδος, να γίνονται εφαρμογές βιοκτόνων πριν προσγειωθεί, ενώ το ΦΕΚ είναι τόσο αυστηρό που, αν δεν έχουν γίνει, «δεν επιτρέπει την αποβίβαση των επιβατών». Πρόκειται, όπως σημειώνει, για «άλλο στάδιο πρόληψης», ειδικά για το Aedes aegypti, που θεωρείται πρωτεύων διαβιβαστής του δάγκειου πυρετού.

Στο τέλος, ο δρ Μιχαηλάκης υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση απαιτεί συνεργασία: «Το κράτος, η αυτοδιοίκηση και ο πολίτης είναι μια αλυσίδα. Αν ένας κρίκος δεν λειτουργήσει, το αποτέλεσμα χάνεται». Οι δήμοι και οι περιφέρειες θα χρειαστεί να επιμηκύνουν τις περιόδους δράσης, αλλά το κρίσιμο – όπως λέει – είναι η ενημέρωση και εκπαίδευση του πολίτη ακόμη και «πόρτα-πόρτα», επειδή τα κουνούπια «δεν καταλαβαίνουν από σύνορα και ιδιοκτησίες». Όσο κι αν ένας δήμος κάνει σωστά τη δουλειά του σε φρεάτια και ρέματα, η αναπαραγωγή μπορεί να ευνοηθεί από μικρές εστίες νερού και σκουπίδια σε ιδιωτικούς χώρους. Γι’ αυτό χρειάζεται «καλύτερη και ταυτόχρονη προσέγγιση» και από τους τρεις κρίκους, με τον ίδιο να παρατηρεί ότι στην Ελλάδα η συνεργασία «είναι το δύσκολο». Και αν βλέπουμε χώρες «αφιλόξενες για έντομα» να καταγράφουν νέες αποικίες κουνουπιών, το ερώτημα για τη Μεσόγειο γίνεται ακόμη πιο πιεστικό.