Επιστημονική έρευνα έδειξε πως η φτώχεια έχει αρνητικές επιπτώσεις για τον ανθρώπινο εγκέφαλο

    Ναι, καλά διαβάσατε. Σε μια πρωτοποριακή μελέτη που διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Λωζάνης και του Πανεπιστημίου της Γενεύης, διαπιστώθηκε ότι υπάρχει μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης ενός ανθρώπου και πιο συγκεκριμένα του χαμηλότερου εισοδήματος ενός νοικοκυριού και της επιταχυνόμενης μείωσης της λευκής ουσίας του εγκεφάλου.

    Στο σχετικό paper που δόθηκε στη δημοσιότητας, οι ερευνητές επισημαίνουν:

    “Αυτή η μελέτη είχε ως στόχο να προσφέρει μια εικόνα στις συσχετίσεις που συνδέουν τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες – το εισόδημα του νοικοκυριού, την τελευταία επαγγελματική θέση και τις κοινωνικοοικονομικές διαδρομές κατά τη διάρκεια της ζωής κάποιου – με τη μικροδομή του εγκεφάλου και τις διανοητικές ικανότητες στη μέση και μετέπειτα ενήλικη ζωή”.

    Περνώντας σε λεπτομέρειες, η μελέτη, η οποία ανέλυσε τις μαγνητικές τομογραφίες και τις βαθμολογίες γνωστικών τεστ 751 ατόμων ηλικίας 50 έως 91 ετών, αποκάλυψε ότι η οικονομική στενότητα συνδέεται με ταχύτερη γήρανση της λευκής ουσίας και μειωμένες γνωστικές ικανότητες. Η φθορά αυτή αποτελεί μεν μέρος της φυσικής διαδικασίας γήρανσης, αλλά φαίνεται να επιταχύνεται στα άτομα που ζουν σε συνθήκες φτώχειας.

    Εμβαθύνοντας στις ιδιαιτερότητες της δομής του ανθρώπινου εγκεφάλου, η ερευνητική ομάδα υπογράμμισε τη σημασία της λευκής ουσίας, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στη μετάδοση μηνυμάτων και σημάτων σε ολόκληρο τον εγκέφαλο, επηρεάζοντας έτσι τη γνωστική λειτουργία.

    Η μελέτη επικεντρώθηκε στη δομική ακεραιότητα του εγκεφάλου, ιδίως στην πυκνότητα των νευριτών που εκτείνονται από τους νευρώνες και στη μυελίνωση αυτών των νευριτών, που βρέθηκαν να υποβαθμίζονται ταχύτερα σε άτομα από νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα. Τα αποτελέσματα της νέας αυτής έρευνας είναι μάλιστα πολύ πιο συγκεκριμένα από προηγούμενες μελέτες που αξιολογούσαν κυρίως την επίδραση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στον συνολικό όγκο του εγκεφάλου.

    Παράλληλα, είναι ενδιαφέρον ότι η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι το υψηλότερο οικογενειακό εισόδημα φάνηκε να παρέχει προστατευτική επίδραση έναντι της γνωστικής παρακμής που συνδέεται με τη γήρανση της λευκής ουσίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο πλούτος μπορεί να προσφέρει ένα ρυθμιστικό παράγοντα έναντι των αρνητικών επιπτώσεων των δομικών αλλαγών στον εγκέφαλο.

    Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως οι ερευνητές αναγνωρίζουν κάποιους περιορισμούς της μελέτης τους, όπως η μη συνεκτίμηση όλων των πιθανών παραγόντων επιρροής, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων ψυχικής υγείας όπως η κατάθλιψη. Ωστόσο, το έργο τους θέτει τις βάσεις για μελλοντικές έρευνες με στόχο την κατανόηση και τελικά τον μετριασμό των ζητημάτων υγείας που συνδέονται με την οικονομική στενότητα.


    Η έρευνα αναρτήθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JNeurosci, με τίτλο ‘The neurobiology of life course socioeconomic conditions and associated cognitive performance in middle to late adulthood’ στις 18 Μαρτίου του 2024. Μπορείτε να τη βρείτε πατώντας εδώ.