Αλλη μια τεράστια διάκριση για τη Μαριάννα Προκόπη Δημητριάδη!

Στην κορυφή των Study UK Alumni Awards 2026 η Κύπρια επιστήμονας Μαριάννα Προκοπή-Δημητριάδη

Η διακεκριμένη βιοτεχνολόγος αναδείχθηκε παγκόσμια νικήτρια στην κατηγορία «Business and Innovation», ανάμεσα σε περισσότερες από 1.800 υποψηφιότητες από 100 και πλέον χώρες.

Μια σημαντική διεθνή διάκριση για την Κύπρο εξασφάλισε η δρ Μαριάννα Προκοπή-Δημητριάδη, η οποία αναδείχθηκε παγκόσμια νικήτρια των Study UK Alumni Awards 2026 στην κατηγορία «Business and Innovation».

Τα βραβεία, τα οποία διοργανώνονται για 12η χρονιά από το British Council, αναγνωρίζουν τα εξαιρετικά επιτεύγματα αποφοίτων βρετανικών πανεπιστημίων και τη θετική συνεισφορά τους στις χώρες, τις κοινωνίες και τους επαγγελματικούς τους κλάδους.

Η φετινή διοργάνωση προσέλκυσε περισσότερες από 1.800 αιτήσεις από αποφοίτους σε πάνω από 100 χώρες, οι οποίοι εκπροσωπούσαν περισσότερα από 140 πανεπιστήμια του Ηνωμένου Βασιλείου. Η επιλογή της δρος Προκοπή-Δημητριάδη ανάμεσα στους τέσσερις παγκόσμιους νικητές προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην κυπριακή επιτυχία.

Η Κύπρια επιστήμονας είχε προηγουμένως κερδίσει το αντίστοιχο βραβείο σε εθνικό επίπεδο, κατά την τελετή που πραγματοποιήθηκε στις 21 Απριλίου 2026 στην κατοικία του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή στην Κύπρο. Ακολούθως προκρίθηκε στην παγκόσμια φάση, όπου κατέκτησε την πρώτη θέση στην κατηγορία επιχειρηματικότητας και καινοτομίας.

Από τη βιοτεχνολογία στην ολιστική φροντίδα του καρκίνου

Η δρ Μαριάννα Προκοπή-Δημητριάδη είναι βιοτεχνολόγος, ερευνήτρια στον τομέα της ογκολογίας και επιχειρηματίας. Είναι συνιδρύτρια τριών εταιρειών βιοεπιστημών με έδρα τη Λεμεσό: της Theramir Ltd, της Promed Bioscience Ltd και της RSL Revolutionary Labs Ltd.

Το έργο των τριών εταιρειών καλύπτει διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες πλευρές της αντικαρκινικής έρευνας και φροντίδας. Η Theramir αναπτύσσει εξατομικευμένες αντικαρκινικές θεραπείες και διαγνωστικές πλατφόρμες, αξιοποιώντας τη νανοτεχνολογία και τα microRNA. Η Promed Bioscience παράγει κολλαγόνο ιατρικού τύπου και βιοϋλικά που χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, στην αναγεννητική ιατρική και στη βιοεκτύπωση ιστών και οργάνων. Η RSL Revolutionary Labs δημιουργεί εξειδικευμένα δερμοκαλλυντικά προϊόντα για την ανακούφιση των δερματικών επιπλοκών που προκαλούνται από αντικαρκινικές θεραπείες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το British Council, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της δρος Προκοπή-Δημητριάδη έχουν εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις άνω των 8 εκατομμυρίων ευρώ, έχουν συνάψει σημαντικές διεθνείς εμπορικές συμφωνίες και έχουν συμβάλει στη δημιουργία ενός αναπτυσσόμενου οικοσυστήματος βιοτεχνολογίας στην Κύπρο, το οποίο εργοδοτεί και εκπαιδεύει νέους επιστήμονες.

Παράλληλα, η ίδια έχει καθοδηγήσει περισσότερους από 200 νέους ανθρώπους, ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή τους στην επιστήμη, την έρευνα και την καινοτόμο επιχειρηματικότητα.

«Υπερήφανη που εκπροσωπώ την Κύπρο»

Μετά την ανακοίνωση της βράβευσής της, η δρ Προκοπή-Δημητριάδη εξέφρασε τη βαθιά τιμή και ευγνωμοσύνη της για τη διεθνή αναγνώριση, δηλώνοντας υπερήφανη που εκπροσωπεί την Κύπρο και επισημαίνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη που συνοδεύει τη διάκριση.

Η ακαδημαϊκή της πορεία είναι άμεσα συνδεδεμένη με βρετανικά πανεπιστήμια. Σπούδασε Μοριακή Βιολογία και Βιοχημεία στο University of Kent, απέκτησε μεταπτυχιακό στη Medical Microbiology από το London School of Hygiene and Tropical Medicine και διδακτορικό στην καρδιαγγειακή έρευνα από το King’s College London.

Οι άλλοι τρεις παγκόσμιοι νικητές των Study UK Alumni Awards 2026 ήταν ο Maciej Kuźmiński από την Πολωνία στην κατηγορία «Culture, Creativity and Sport», η Kirana Agustina από την Ινδονησία στην κατηγορία «Science and Sustainability» και η Miao Wang από την Κίνα στην κατηγορία «Social Action».

Η επιτυχία της δρος Μαριάννας Προκοπή-Δημητριάδη αναδεικνύει τις δυνατότητες της κυπριακής επιστημονικής κοινότητας και αποδεικνύει ότι η καινοτομία διεθνούς εμβέλειας μπορεί να αναπτυχθεί και να εξάγεται από την Κύπρο. Παράλληλα, ενισχύει τη θέση της χώρας στον παγκόσμιο χάρτη της βιοτεχνολογίας και της ογκολογικής έρευνας.

 

 

Οι φάλαινες που νικούν τον χρόνο: Τα μυστικά της εντυπωσιακής μακροβιότητάς τους

Ορισμένα είδη φαλαινών δεν αποτελούν μόνο τα μεγαλύτερα ζώα του πλανήτη, αλλά συγκαταλέγονται και στα μακροβιότερα θηλαστικά. Νεότερες επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι η διάρκεια ζωής τους είχε υποτιμηθεί σημαντικά: κάποιες φάλαινες μπορούν να ξεπεράσουν τα 130 χρόνια, ενώ η αρκτική φάλαινα της Γροιλανδίας φαίνεται να ζει περισσότερο από δύο αιώνες. Πίσω από αυτή την εντυπωσιακή αντοχή βρίσκονται εξελιγμένοι μηχανισμοί επιδιόρθωσης του DNA, ένας αργός ρυθμός ζωής και η προσαρμογή στα παγωμένα νερά.

Περισσότερα από 130 χρόνια ζωής

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances αναθεώρησε όσα γνωρίζαμε για τη διάρκεια ζωής της νότιας σωστής φάλαινας (Eubalaena australis). Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες πίστευαν ότι το συγκεκριμένο είδος ζούσε περίπου 70 έως 80 χρόνια. Η νέα έρευνα, όμως, υπολόγισε ότι η διάμεση διάρκεια ζωής του πλησιάζει τα 74 χρόνια, ενώ περισσότερο από το 10% του πληθυσμού μπορεί να ξεπερνά τα 130. Ορισμένα άτομα ενδέχεται να φτάνουν ακόμη και τα 150 χρόνια.

Για να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους, οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από δεκαετίες φωτογραφικής παρακολούθησης. Οι σωστές φάλαινες μπορούν να αναγνωριστούν από τα χαρακτηριστικά σημάδια και τις τραχιές δερματικές αναπτύξεις στο κεφάλι τους, που λειτουργούν περίπου όπως τα ανθρώπινα δακτυλικά αποτυπώματα. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία συγκεκριμένων ζώων επί σειρά ετών και δημιούργησαν στατιστικά μοντέλα επιβίωσης.

Η πρωταθλήτρια της μακροβιότητας

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση της αρκτικής φάλαινας της Γροιλανδίας, γνωστής και ως bowhead whale (Balaena mysticetus). Πρόκειται για το μακροβιότερο γνωστό θηλαστικό, καθώς μπορεί να ξεπεράσει τα 200 χρόνια. Οι πρώτες ισχυρές ενδείξεις προέκυψαν όταν σε σώματα φαλαινών εντοπίστηκαν παλιές αιχμές καμακιών, κατασκευασμένες περισσότερο από έναν αιώνα νωρίτερα.

Μεταγενέστερες αναλύσεις αμινοξέων στους φακούς των ματιών τους επιβεβαίωσαν ότι ορισμένα άτομα είχαν ηλικία άνω των δύο αιώνων. Η μακροζωία τους προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση λόγω του τεράστιου μεγέθους τους. Ένα ζώο με τόσο μεγάλο αριθμό κυττάρων θα αναμενόταν θεωρητικά να αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Ωστόσο, οι φάλαινες αυτές παρουσιάζουν αξιοσημείωτη αντίσταση στις κακοήθειες και σε άλλες ασθένειες που συνδέονται με τη γήρανση.

Το μυστικό κρύβεται στην επιδιόρθωση του DNA

Έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2025 στο περιοδικό Nature έδειξε ότι τα κύτταρα της φάλαινας της Γροιλανδίας διαθέτουν εξαιρετικά αποτελεσματικούς και ακριβείς μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρωτεΐνη CIRBP, η οποία ενεργοποιείται από το ψύχος και εμφανίζεται σε υψηλά επίπεδα στους ιστούς του ζώου. Η πρωτεΐνη αυτή συμβάλλει στην αποκατάσταση των επικίνδυνων θραύσεων του διπλού έλικα του DNA. Με τον περιορισμό της συσσώρευσης γενετικών βλαβών, τα κύτταρα διατηρούνται λειτουργικά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μειώνονται οι πιθανότητες εμφάνισης μεταλλάξεων που μπορούν να οδηγήσουν σε καρκίνο.

Στα εργαστηριακά πειράματα, η CIRBP ενίσχυσε την επιδιόρθωση του DNA σε ανθρώπινα κύτταρα, ενώ η αυξημένη παραγωγή της επέκτεινε τη διάρκεια ζωής μυγών του είδους Drosophila. Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι βρέθηκε κάποια άμεση «θεραπεία της γήρανσης» για τον άνθρωπο. Προσφέρουν, όμως, ένα σημαντικό πεδίο έρευνας για την αντιμετώπιση ασθενειών που σχετίζονται με τη φθορά των κυττάρων.

Όταν ο άνθρωπος περιορίζει τη φυσική διάρκεια ζωής

Η ικανότητα των φαλαινών να ζουν επί πολλές δεκαετίες δεν σημαίνει ότι καταφέρνουν πάντοτε να φτάσουν στη φυσιολογική τους ηλικία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της βόρειας σωστής φάλαινας του Ατλαντικού (Eubalaena glacialis), ενός από τα πλέον απειλούμενα μεγάλα θηλαστικά. Παρότι είναι στενή συγγενής της νότιας σωστής φάλαινας και ενδέχεται να διαθέτει ανάλογες βιολογικές δυνατότητες μακροζωίας, η διάμεση διάρκεια της ζωής της υπολογίζεται σήμερα σε μόλις 22 χρόνια. Ελάχιστα άτομα ξεπερνούν τα 50.

Η τεράστια αυτή διαφορά δεν αποδίδεται πρωτίστως στη βιολογία, αλλά στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι συγκρούσεις με πλοία, η εμπλοκή σε αλιευτικά εργαλεία, ο υποθαλάσσιος θόρυβος, η ρύπανση και οι μεταβολές στη διαθεσιμότητα της τροφής προκαλούν πρόωρους θανάτους. Παράλληλα, η βιομηχανική φαλαινοθηρία του 19ου και του 20ού αιώνα εξαφάνισε μεγάλο μέρος των γηραιότερων ζώων, στερώντας από τους επιστήμονες τη δυνατότητα να αντιληφθούν εγκαίρως πόσο πολύ μπορούσαν πραγματικάνα ζήσουν.

Πολύτιμα αρχεία της ιστορίας των ωκεανών

Μια φάλαινα ηλικίας 130 ή 200 ετών δεν είναι μόνο ένα θαύμα της εξέλιξης. Αποτελεί ζωντανό αρχείο των μεταβολών που σημειώθηκαν στους ωκεανούς επί πολλές γενιές ανθρώπων. Έχει βιώσει αλλαγές στη θερμοκρασία των νερών, στην αφθονία της τροφής, στους θαλάσσιους πάγους, στη ναυσιπλοΐα και στη ρύπανση. Η προστασία των φαλαινών, επομένως, δεν αφορά απλώς τη διάσωση ενός εμβληματικού ζώου. Αφορά τη διατήρηση οργανισμών με μακρά μνήμη, κρίσιμη οικολογική λειτουργία και μοναδικούς βιολογικούς μηχανισμούς, οι οποίοι ενδέχεται να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τη γήρανση και τις ασθένειες.

Οι φάλαινες φαίνεται ότι διαθέτουν τον βιολογικό εξοπλισμό για να ζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο πιστεύαμε. Το αν θα τους επιτρέψουμε να αξιοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα, όμως, εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από εμάς.

 

Λαγοκέφαλοι: Ένα τοξικό θήραμα με ελάχιστους φυσικούς εχθρούς

Η τετροδοτοξίνη, η ικανότητα διόγκωσης και η περιορισμένη παρουσία μεγάλων θηρευτών καθιστούν τον λαγοκέφαλο εξαιρετικά δύσκολο θήραμα. Στη Μεσόγειο, όπου το εισβολικό είδος εξαπλώνεται με ταχύτητα, δεν έχει ακόμη εντοπιστεί κάποιος φυσικός εχθρός ικανός να περιορίσει ουσιαστικά τον πληθυσμό του.

Ο λαγοκέφαλος έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ανεπιθύμητους «εισβολείς» της Ανατολικής Μεσογείου. Το είδος Lagocephalus sceleratus, γνωστό και ως ασημομάγουλος λαγοκέφαλος, πέρασε από την Ερυθρά Θάλασσα στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και, μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος της θαλάσσιας περιοχής.

Η επιτυχία της εξάπλωσής του δεν οφείλεται μόνο στην προσαρμοστικότητά του και στην επιθετική διατροφική συμπεριφορά του. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και το γεγονός ότι διαθέτει πολύ ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς, ενώ στη Μεσόγειο έχει ελάχιστους –αν όχι κανέναν αποτελεσματικό– φυσικούς εχθρούς.

Μια «πανοπλία» απέναντι στους θηρευτές

Ο λαγοκέφαλος είναι σχετικά αργός κολυμβητής. Για να αντισταθμίσει αυτή την αδυναμία, έχει αναπτύξει την ικανότητα να καταπίνει γρήγορα νερό και να διογκώνει το σώμα του. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνει εντυπωσιακά το μέγεθός του και δυσκολεύει τον επίδοξο θηρευτή να τον καταπιεί.

Παράλληλα, τα μικρά αγκάθια που υπάρχουν σε ορισμένα σημεία του σώματός του προβάλλουν όταν αυτό διογκώνεται, μετατρέποντάς τον σε μια δύσκολη και επικίνδυνη μπουκιά. Η εικόνα μιας σφαιρικής, αγκαθωτής μάζας λειτουργεί επίσης αποτρεπτικά για πολλά ψάρια.

Το ισχυρότερο όπλο του, ωστόσο, είναι η τετροδοτοξίνη. Πρόκειται για εξαιρετικά δραστική νευροτοξίνη, η οποία συγκεντρώνεται κυρίως στο ήπαρ, στις ωοθήκες, στο έντερο και, ανάλογα με το είδος, στο δέρμα ή στους μυϊκούς ιστούς. Η ουσία παρεμποδίζει τη μετάδοση των νευρικών σημάτων, προκαλώντας παράλυση και, σε σοβαρές περιπτώσεις, αναπνευστική ανεπάρκεια.

Σύμφωνα με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, η τοξίνη δεν παράγεται κατ’ ανάγκην από το ίδιο το ψάρι, αλλά συνδέεται με βακτήρια και οργανισμούς της τροφικής του αλυσίδας. Ο λαγοκέφαλος τη συσσωρεύει στους ιστούς του, μετατρέποντας το σώμα του σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο γεύμα για τους περισσότερους θηρευτές.

Ποια ζώα μπορούν να τον καταναλώσουν;

Στις περιοχές της φυσικής εξάπλωσης των λαγοκέφαλων, κυρίως στον Ινδοειρηνικό, μεγάλοι θαλάσσιοι θηρευτές ενδέχεται περιστασιακά να τους καταναλώσουν. Μεταξύ αυτών αναφέρονται ορισμένα είδη καρχαριών και μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια. Ο καρχαρίας τίγρης θεωρείται ένας από τους πιθανούς θηρευτές, καθώς είναι γνωστός για την εξαιρετικά ευρεία διατροφή του και την ικανότητά του να καταναλώνει δηλητηριώδη ή δύσπεπτα θαλάσσια ζώα.

Υπάρχουν επίσης αναφορές για θαλάσσια φίδια και μεγάλους ροφούς που μπορεί να επιτεθούν σε μικρότερους λαγοκέφαλους. Ωστόσο, οι σχετικές παρατηρήσεις είναι περιορισμένες και δεν αποδεικνύουν ότι αυτοί οι οργανισμοί μπορούν να ελέγξουν αποτελεσματικά τους πληθυσμούς τους.

Χρειάζεται, επομένως, προσοχή στις κατηγορηματικές αναφορές του διαδικτύου ότι χταπόδια, θαλασσοπούλια ή συγκεκριμένα μεγάλα ψάρια αποτελούν συστηματικούς θηρευτές των λαγοκέφαλων. Ειδικά στην περίπτωση του Lagocephalus sceleratus, τα χταπόδια και οι σουπιές καταγράφονται συχνότερα ως δικά του θηράματα και όχι ως φυσικοί εχθροί του.

Στη Μεσόγειο κυριαρχεί σχεδόν ανενόχλητος

Η κατάσταση στη Μεσόγειο είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Οι επιστημονικές έρευνες δεν έχουν καταγράψει μέχρι σήμερα κάποιον θηρευτή που να ασκεί ουσιαστική πίεση στους πληθυσμούς του λαγοκέφαλου. Μελέτες επισημαίνουν ότι η απουσία αποτελεσματικών φυσικών εχθρών συνέβαλε στη γρήγορη αύξηση και γεωγραφική εξάπλωσή του.

Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η θαλάσσια χελώνα καρέτα–καρέτα, η οποία έχει καταγραφεί να επιτίθεται και να καταναλώνει ενήλικους λαγοκέφαλους. Πρόκειται, μάλιστα, για τον μοναδικό μέχρι σήμερα τεκμηριωμένο θηρευτή ενήλικων ατόμων του είδους στη Μεσόγειο. Οι καταγραφές παραμένουν, ωστόσο, περιορισμένες και δεν προκύπτει ότι οι χελώνες μπορούν να ασκήσουν αρκετή πίεση ώστε να συγκρατήσουν την εξάπλωσή του.

Στην πραγματικότητα, ο λαγοκέφαλος δεν λειτουργεί ως συνηθισμένο θήραμα, αλλά ως κορυφαίος θηρευτής. Έρευνα για τη βιολογία και την οικολογία του είδους τον τοποθετεί σε υψηλό τροφικό επίπεδο. Τρέφεται με καρκινοειδή, μικρότερα ψάρια, καλαμάρια, σουπιές και χταπόδια, ενώ τα ισχυρά δόντια του μπορούν να συνθλίψουν σκληρά κελύφη και να κόψουν αλιευτικά εργαλεία.

Ο μόνος καταγεγραμμένος βιολογικός μηχανισμός που ενδέχεται να περιορίζει σε κάποιον βαθμό τους αριθμούς του είναι ο κανιβαλισμός. Έχουν βρεθεί λαγοκέφαλοι στα στομάχια μεγαλύτερων ατόμων του ίδιου είδους, γεγονός που υποδηλώνει ότι, όταν η πυκνότητα του πληθυσμού αυξάνεται, στρέφονται ακόμη και εναντίον των μικρότερων ομοειδών τους. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί επαρκή μηχανισμό ελέγχου της εξάπλωσής τους.

Η αναζήτηση λύσεων

Η απουσία φυσικών εχθρών σημαίνει ότι δεν μπορεί να αναμένεται άμεση αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Προγράμματα στοχευμένης αλίευσης και οικονομικής επιδότησης των ψαράδων εφαρμόζονται σε χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος, με στόχο τη συγκράτηση του πληθυσμού.

Η εισαγωγή ενός ξένου θηρευτή ως μέσου βιολογικού ελέγχου δεν θεωρείται ασφαλής λύση, καθώς θα μπορούσε να προκαλέσει νέα και απρόβλεπτα προβλήματα στο οικοσύστημα. Η εμπειρία από άλλα χωροκατακτητικά είδη δείχνει ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να διαταράξουν ακόμη περισσότερο τη θαλάσσια ισορροπία.

Για την ώρα, ο λαγοκέφαλος παραμένει ένας ιδιαίτερα καλά προστατευμένος εισβολέας: τοξικός, προσαρμοστικός, αδηφάγος και σχεδόν χωρίς αντιπάλους. Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί γιατί η παρουσία του εξελίχθηκε τόσο γρήγορα από μια ασυνήθιστη καταγραφή σε σοβαρό οικολογικό, αλιευτικό και οικονομικό πρόβλημα για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο.

Η κυπριακή διάσταση

Στην Κύπρο, η παρουσία του λαγοκέφαλου δεν αποτελεί πλέον περιστασιακό φαινόμενο. Το είδος συγκαταλέγεται στα συχνότερα ανεπιθύμητα αλιεύματα, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, όταν πλησιάζει τις παράκτιες περιοχές για αναπαραγωγή.

Οι επαγγελματίες αλιείς βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές οικονομικές ζημιές. Με τα ισχυρά δόντια του, τα οποία θυμίζουν ράμφος, ο λαγοκέφαλος κόβει δίχτυα και παραγάδια, καταστρέφει αγκίστρια και καταβροχθίζει ψάρια που έχουν ήδη παγιδευτεί στα αλιευτικά εργαλεία. Το κόστος δεν περιορίζεται, επομένως, στην απώλεια του αλιεύματος, αλλά περιλαμβάνει και την αντικατάσταση ή επιδιόρθωση του εξοπλισμού.

Σύμφωνα με το Τμήμα Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών, ο λαγοκέφαλος αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για την παράκτια αλιεία, όχι όμως άμεσο κίνδυνο για τους λουόμενους. Δεν θεωρείται επιθετικό ψάρι που αναζητεί επαφή με τον άνθρωπο. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή όταν πιαστεί με καλάμι ή βρεθεί ζωντανός στην ακτή, καθώς το ισχυρό του δάγκωμα μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό.

Στοχευμένη αλιεία για τη μείωση του πληθυσμού

Από τον Ιούνιο του 2024 εφαρμόζεται στην Κύπρο Σχέδιο Χορηγιών για τον περιορισμό της εξάπλωσης του λαγοκέφαλου, το οποίο προβλέπεται να συνεχιστεί μέχρι το τέλος του 2029. Μέσω του σχεδίου, οργανωμένες ομάδες επαγγελματιών αλιέων ασκούν στοχευμένη αλιευτική πίεση στον πληθυσμό του είδους.

Η αμοιβή για τις ποσότητες λαγοκέφαλων που αλιεύονται έχει καθοριστεί στα 4,73 ευρώ ανά κιλό. Στόχος δεν είναι η εμπορική αξιοποίηση του ψαριού ως τροφίμου, αλλά η αφαίρεση όσο το δυνατόν περισσότερων ατόμων από τις παράκτιες περιοχές, ιδιαίτερα πριν ή κατά την περίοδο αναπαραγωγής τους.

Ωστόσο, ακόμη και η εντατική αλιεία δεν μπορεί να οδηγήσει εύκολα στην πλήρη εξάλειψη του είδους. Ο λαγοκέφαλος έχει ήδη εγκατασταθεί στη Μεσόγειο, αναπαράγεται με επιτυχία και εμφανίζει μεγάλη ικανότητα προσαρμογής. Τα μέτρα αποσκοπούν κυρίως στον περιορισμό των πληθυσμών του και στη μείωση των ζημιών, όχι στην οριστική εξαφάνισή του.

Δηλητηριώδης ακόμη και μετά το μαγείρεμα

Η αλίευση του λαγοκέφαλου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί στην κατανάλωσή του. Η τετροδοτοξίνη δεν εξουδετερώνεται με το βράσιμο, το ψήσιμο, το τηγάνισμα ή την κατάψυξη. Δεν υπάρχει, επίσης, τρόπος να διαπιστώσει κανείς από την όψη, την οσμή ή τη γεύση του ψαριού πόση τοξίνη περιέχει.

Η συγκέντρωσή της διαφέρει ανάλογα με το μέγεθος, την ηλικία, την εποχή και το όργανο του ψαριού. Μεγαλύτερες ποσότητες εντοπίζονται συνήθως στο ήπαρ, στις γονάδες και στο πεπτικό σύστημα. Η τοξίνη μπορεί να προκαλέσει μούδιασμα στα χείλη και στη γλώσσα, ναυτία, μυϊκή αδυναμία, παράλυση και αναπνευστική ανεπάρκεια. Για την τετροδοτοξίνη δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο και η αντιμετώπιση της δηλητηρίασης βασίζεται στην άμεση υποστηρικτική ιατρική φροντίδα.

Για τον λόγο αυτό, η εμπορία ψαριών της οικογένειας των τετραοδοντιδών απαγορεύεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο λαγοκέφαλος δεν πρέπει να διατίθεται στην αγορά ούτε να καταναλώνεται, ακόμη και αν αφαιρεθούν τα όργανα που θεωρούνται περισσότερο τοξικά.

Μπορεί η φύση να αποκτήσει σταδιακά άμυνες;

Ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τους επιστήμονες είναι κατά πόσο οι μεγάλοι θηρευτές της Μεσογείου θα μπορούσαν, με την πάροδο του χρόνου, να εντάξουν τον λαγοκέφαλο στη διατροφή τους. Τα θαλάσσια οικοσυστήματα δεν παραμένουν στατικά και ορισμένα είδη μπορούν να προσαρμοστούν στην παρουσία ενός νέου θηράματος.

Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια τέτοια προσαρμογή σε κλίμακα ικανή να ανακόψει την εξάπλωση του λαγοκέφαλου. Επιπλέον, η υποχώρηση των μεγάλων θηρευτών στη Μεσόγειο, λόγω υπεραλίευσης και υποβάθμισης των οικοσυστημάτων, περιορίζει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες φυσικού ελέγχου του.

Η ενίσχυση των πληθυσμών μεγάλων αρπακτικών ψαριών και καρχαριών θα μπορούσε να συμβάλει γενικότερα στην αποκατάσταση της ισορροπίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί βέβαιο ότι αυτοί οι θηρευτές θα καταναλώνουν λαγοκέφαλους ή ότι θα αναπτύξουν ανθεκτικότητα στην τετροδοτοξίνη.

Ένας αντίπαλος χωρίς πραγματικό αντίπαλο

Το βασικό πλεονέκτημα του λαγοκέφαλου είναι τελικά η απουσία ενός αποτελεσματικού φυσικού εχθρού. Η διόγκωση του σώματος, τα αγκάθια, η ισχυρή τοξικότητα και το μεγάλο μέγεθος των ενήλικων ατόμων σχηματίζουν μια σχεδόν ολοκληρωμένη αμυντική ασπίδα.

Την ίδια ώρα, το ίδιο το ψάρι ασκεί έντονη πίεση σε άλλα είδη, καταναλώνοντας καρκινοειδή, μαλάκια και ψάρια. Δεν είναι, συνεπώς, μόνο ένας ανεπιθύμητος επισκέπτης, αλλά ένας νέος ισχυρός θηρευτής που μεταβάλλει τις τροφικές σχέσεις της Ανατολικής Μεσογείου.

Μέχρι να βρεθούν αποτελεσματικότερες μέθοδοι διαχείρισης, η στοχευμένη αλιεία, η συστηματική παρακολούθηση και η ενημέρωση του κοινού παραμένουν τα βασικά διαθέσιμα όπλα. Διότι στη μάχη με τον λαγοκέφαλο, η Μεσόγειος δεν διαθέτει ακόμη έναν φυσικό σύμμαχο ικανό να αναλάβει τον ρόλο του κυνηγού.

 

Η Ανατολική Μεσόγειος εκπέμπει SOS

Η Μεσόγειος αλλάζει πρόσωπο – Στο «κόκκινο» η ανατολική λεκάνη

Η άνοδος της θερμοκρασίας, η επέλαση ξενικών ειδών, η πλαστική ρύπανση και η υπεραλίευση μετατρέπουν την Ανατολική Μεσόγειο σε εργαστήριο της κλιματικής κρίσης. Η Κύπρος βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή μιας οικολογικής ανατροπής που απειλεί τη βιοποικιλότητα, την αλιεία και τις παράκτιες κοινωνίες.

Η Μεσόγειος που γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές αλλάζει με ταχύτητα που προκαλεί έντονη ανησυχία στους επιστήμονες. Τα νερά της θερμαίνονται, οι θαλάσσιοι καύσωνες γίνονται συχνότεροι, τα παραδοσιακά είδη υποχωρούν και εκατοντάδες ξενικοί οργανισμοί καταλαμβάνουν τον χώρο που αφήνουν πίσω τους.

Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική στην Ανατολική Μεσόγειο. Η περιοχή από την Κύπρο και τις ακτές της Μέσης Ανατολής μέχρι το Αιγαίο και τη νότια Τουρκία αποτελεί σήμερα το πιο προωθημένο μέτωπο της «τροπικοποίησης» της θάλασσας. Όσα συμβαίνουν εδώ θεωρούνται προειδοποίηση για όσα ενδέχεται να ακολουθήσουν και στη δυτική λεκάνη.

Μια θάλασσα που παγιδεύει τη θερμότητα

Η Μεσόγειος είναι μια σχεδόν περίκλειστη θάλασσα, με περιορισμένη ανταλλαγή υδάτων με τον Ατλαντικό μέσω του Στενού του Γιβραλτάρ. Η συσσωρευμένη θερμότητα δεν διαχέεται με την ίδια ευκολία όπως στους μεγάλους ωκεανούς, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη στην υπερθέρμανση.

Οι επιστήμονες τη χαρακτηρίζουν «θερμό σημείο» της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που παραθέτει το Euronews, η θερμοκρασία των νερών της ενδέχεται να αυξηθεί κατά 2 έως 6 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα, ανάλογα με την πορεία των παγκόσμιων εκπομπών. Παράλληλα, οι θαλάσσιοι καύσωνες αναμένεται να γίνουν συχνότεροι, μεγαλύτερης διάρκειας και πιο ακραίοι.

Η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει τη διαθεσιμότητα οξυγόνου, την αναπαραγωγή των ψαριών, τις τροφικές αλυσίδες και την επιβίωση οργανισμών που εξελίχθηκαν σε ψυχρότερες συνθήκες. Είδη που δεν μπορούν να προσαρμοστούν μετακινούνται βορειότερα ή σε μεγαλύτερα βάθη. Όσα δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα συρρικνώνονται ή εξαφανίζονται τοπικά.

Η Διώρυγα του Σουέζ ως πύλη εισόδου

Η Ανατολική Μεσόγειος θερμαίνεται ταχύτερα και βρίσκεται δίπλα στη βασική πύλη εισόδου τροπικών ειδών: τη Διώρυγα του Σουέζ. Ο συνδυασμός αυτός την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη.

Μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας δημιουργήθηκε ένας τεχνητός διάδρομος ανάμεσα στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Εκατοντάδες οργανισμοί άρχισαν να μετακινούνται προς βορρά. Η διαδικασία αυτή, γνωστή ως λεσεψιανή μετανάστευση, δεν είναι καινούργια. Εκείνο που άλλαξε είναι η ταχύτητα και η κλίμακά της.

Στο παρελθόν, τα ψυχρότερα νερά της Μεσογείου λειτουργούσαν ως φυσικό εμπόδιο. Καθώς, όμως, η θάλασσα θερμαίνεται, το εμπόδιο υποχωρεί. Τα ξενικά είδη δεν επιβιώνουν απλώς: εγκαθίστανται, πολλαπλασιάζονται και εξαπλώνονται προς το Αιγαίο, το Ιόνιο, την Αδριατική και πλέον τη δυτική Μεσόγειο.

Περίπου 1.000 μη γηγενή είδη έχουν εντοπιστεί στη Μεσόγειο και περίπου 800 θεωρούνται εγκατεστημένα. Η εξάπλωσή τους επιταχύνθηκε μετά τις αρχές της δεκαετίας του 2000, παράλληλα με την άνοδο της θερμοκρασίας.

Η Κύπρος στην πρώτη γραμμή

Λόγω της εγγύτητάς της στη Διώρυγα του Σουέζ, η Κύπρος συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες που αισθάνονται τις συνέπειες. Οι ψαράδες συναντούν πλέον καθημερινά είδη τα οποία πριν από λίγες δεκαετίες ήταν άγνωστα ή εξαιρετικά σπάνια στα κυπριακά νερά.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο λαγοκέφαλος. Πρόκειται για επιθετικό και ανθεκτικό οργανισμό, ο οποίος καταστρέφει δίχτυα και αγκίστρια και τρέφεται με ψάρια και ασπόνδυλα. Η κατανάλωσή του είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς περιέχει τετροδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη που μπορεί να προκαλέσει παράλυση ή ακόμη και θάνατο και δεν εξουδετερώνεται με το μαγείρεμα.

Σημαντική είναι και η εξάπλωση του λεοντόψαρου. Πρόκειται για αδηφάγο αρπακτικό που καταναλώνει μικρά ψάρια και καρκινοειδή, περιορίζοντας τους πληθυσμούς γηγενών ειδών. Τα αγκάθια του είναι δηλητηριώδη, αλλά το κρέας του είναι βρώσιμο εφόσον καθαριστεί σωστά. Γι’ αυτό γίνονται προσπάθειες να ενταχθεί στην εστίαση, ώστε η στοχευμένη αλιεία του να συμβάλει στον περιορισμό του.

Ιδιαίτερη οικολογική ζημιά προκαλούν και τα λαγόψαρα ή γερμανοί. Καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φυκιών και θαλάσσιας βλάστησης, δημιουργώντας γυμνές υποθαλάσσιες εκτάσεις, γνωστές ως «θαλάσσιες έρημοι». Τα νεαρά ψάρια χάνουν τα καταφύγιά τους, οι πληθυσμοί ασπονδύλων περιορίζονται και ολόκληρο το οικοσύστημα φτωχαίνει.

Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται και στην αλιεία. Παραδοσιακά αλιεύματα, όπως το μπαρμπούνι, υποχωρούν, ενώ μεγάλο μέρος της ψαριάς αποτελείται πλέον από είδη που δεν έχουν εμπορική αξία ή απαγορεύεται να πωληθούν. Οι αλιείς βλέπουν τα εισοδήματά τους να μειώνονται και τα εργαλεία τους να καταστρέφονται.

Υπεραλίευση και πλαστική ρύπανση

Τα ξενικά είδη δεν εισβάλλουν σε ένα υγιές οικοσύστημα, αλλά σε μια θάλασσα ήδη εξαντλημένη από την υπεραλίευση. Η αφαίρεση μεγάλων ψαριών και κορυφαίων θηρευτών διαταράσσει τη φυσική ισορροπία. Όταν μειώνονται οι φυσικοί ανταγωνιστές, οι εισβολείς βρίσκουν ελεύθερο χώρο και άφθονη τροφή.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από την κατακερματισμένη διαχείριση. Τα ψάρια δεν γνωρίζουν σύνορα, όμως οι κανόνες και οι δυνατότητες επιτήρησης διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Χωρίς κοινά συστήματα καταγραφής και ελέγχου της παράνομης αλιείας, τα μέτρα παραμένουν αποσπασματικά.

Την ίδια στιγμή, η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε παγίδα πλαστικών απορριμμάτων. Σακούλες, μπουκάλια, συσκευασίες και εγκαταλειμμένα αλιευτικά εργαλεία αποτελούν μόνο το ορατό μέρος του προβλήματος. Η σοβαρότερη απειλή βρίσκεται στα μικροπλαστικά, τα οποία καταπίνονται από πλαγκτόν, μαλάκια και ψάρια, εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα και φτάνουν τελικά στον άνθρωπο.

Στις νότιες και ανατολικές ακτές, το πρόβλημα συνδέεται με τις ελλείψεις στις υποδομές συλλογής και επεξεργασίας αποβλήτων. Σε περιοχές της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Αλγερίας, μεγάλες ποσότητες σκουπιδιών καταλήγουν ανεξέλεγκτα στη θάλασσα, ενώ η πολιτική αστάθεια δυσκολεύει την εφαρμογή περιβαλλοντικών πολιτικών.

Στους κινδύνους προστίθενται τα αστικά λύματα, τα βιομηχανικά απόβλητα, τα λιπάσματα, τα φυτοφάρμακα και τα πετρελαιοειδή. Παράλληλα, η ανεξέλεγκτη παράκτια ανάπτυξη καταστρέφει τα λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία προσφέρουν καταφύγιο σε εκατοντάδες είδη, δεσμεύουν άνθρακα και περιορίζουν τη διάβρωση των ακτών.

Μπορεί να ανακοπεί η καταστροφή;

Η πλήρης αντιστροφή της εξάπλωσης των ξενικών ειδών δεν θεωρείται πλέον ρεαλιστική. Υπάρχουν, όμως, τρόποι περιορισμού των συνεπειών. Η επεξεργασία των υδάτων έρματος των πλοίων μπορεί να μειώσει δραστικά τη μεταφορά νέων οργανισμών, ενώ ειδικές επιστρώσεις στα ύφαλα περιορίζουν τη μετακίνησή τους από λιμάνι σε λιμάνι.

Χρειάζεται επίσης στοχευμένη αλιεία των εισβολικών ειδών. Για το λεοντόψαρο μπορεί να αναπτυχθεί ελεγχόμενη αγορά, ενώ για τον λαγοκέφαλο απαιτούνται προγράμματα αποζημίωσης των αλιέων για τη συλλογή και ασφαλή καταστροφή του.

Για την Κύπρο, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε εκστρατείες καθαρισμού ή ενημέρωσης. Χρειάζονται μόνιμη επιστημονική παρακολούθηση, οικονομική στήριξη των αλιέων, προστασία της Ποσειδωνίας, αυστηρότερη διαχείριση αποβλήτων και συνεργασία με τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.

Η Μεσόγειος δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Κινδυνεύει, όμως, να μετατραπεί σε μια διαφορετική θάλασσα: θερμότερη, περισσότερο τροπική και φτωχότερη σε γηγενή είδη. Στην Ανατολική Μεσόγειο, το μέλλον αυτό έχει ήδη φτάσει. Το ερώτημα είναι πόσο από τον φυσικό της πλούτο μπορεί ακόμη να σωθεί — και αν τα κράτη θα δράσουν προτού οι απώλειες γίνουν οριστικές.

 

Πρόταση για δημιουργία δικοινοτικού παιδιατρικού νοσοκομείου στη νεκρή ζώνη ως Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης

Τη δημιουργία ενός σύγχρονου δικοινοτικού παιδιατρικού νοσοκομείου και Κέντρου Αριστείας στη νεκρή ζώνη προτείνει ο Ακαδημαϊκός Χρίστος Πέτρου, καταθέτοντας μια πρόταση δημόσιας πολιτικής που φιλοδοξεί να συνδυάσει την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών υγείας με την οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Ο κ. Πέτρου υποστηρίζει ότι η νεκρή ζώνη δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας αδρανής χώρος που διαιωνίζει τη διαίρεση, αλλά ως μια μοναδική ευκαιρία να μετατραπεί σε μια πραγματική «ζώνη ζωής» – έναν τόπο ειρήνης, συνεργασίας και κοινής προοπτικής για το μέλλον της Κύπρου.

Σύμφωνα με την πρόταση του, το νοσοκομείο θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο δικοινοτικό έργο υποδομής που θα εξυπηρετεί όλα τα παιδιά της Κύπρου, ανεξαρτήτως κοινότητας, ενώ παράλληλα θα εξελιχθεί σε περιφερειακό Κέντρο Αριστείας για την Ανατολική Μεσόγειο. Η λειτουργία του θα επικεντρώνεται σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης, όπως η παιδοογκολογία, τα σπάνια κληρονομικά νοσήματα, η κλινική γενετική και γονιδιωματική, η παιδιατρική ανοσολογία, η αποκατάσταση και η ιατρική ακριβείας, αξιοποιώντας τις τελευταίες εξελίξεις της βιοϊατρικής έρευνας και της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι η κοινή αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης και των εξειδικευμένων υποδομών θα βελτιώσει την ποιότητα της περίθαλψης, θα μειώσει την ανάγκη αποστολής παιδιών σε νοσοκομεία του εξωτερικού και θα ενισχύσει την έρευνα, ιδιαίτερα στους τομείς των σπάνιων και γενετικών νοσημάτων, όπου οι δύο κοινότητες αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις.

Πέρα από την ιατρική διάσταση, η πρόταση αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στον συμβολικό και κοινωνικό χαρακτήρα του εγχειρήματος. Παιδιά από τις δύο κοινότητες θα νοσηλεύονται και, όπου απαιτείται μακροχρόνια θεραπεία, θα μπορούν να εκπαιδεύονται στον ίδιο χώρο μέσω μιας δικοινοτικής σχολικής μονάδας, καλλιεργώντας σχέσεις συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης από νεαρή ηλικία.

Ως πιθανός χώρος υλοποίησης προτείνεται η νεκρή ζώνη, είτε μέσω αξιοποίησης υφιστάμενων εγκαταστάσεων είτε με την ανέγερση νέου νοσοκομείου. Η πρωτοβουλία, σύμφωνα με τον Χρίστο Πέτρου, θα μπορούσε να αναπτυχθεί με τη συνεργασία της Κυπριακής Δημοκρατίας, των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, της UNICEF, πανεπιστημίων και διεθνών οργανισμών, ενώ ως πρώτο βήμα προτείνεται η εκπόνηση ανεξάρτητης μελέτης σκοπιμότητας και η σύσταση κοινής ομάδας εργασίας.

Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι η υγεία των παιδιών μπορεί να αποτελέσει το ισχυρότερο πεδίο συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, μετατρέποντας τη νεκρή ζώνη από σύμβολο διαίρεσης σε έναν χώρο ζωής, επιστήμης, ελπίδας και κοινής προοπτικής για το μέλλον της Κύπρου.

Η Ευρώπη βάζει τέλος στην «αόρατη» Τεχνητή Νοημοσύνη – Σε ισχύ οι νέοι κανόνες διαφάνειας για AI, chatbots και deepfakes

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η Τεχνητή Νοημοσύνη στην Ευρώπη τίθεται πλέον σε εφαρμογή. Από τις 2 Αυγούστου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρχίζει την επιβολή βασικών διατάξεων του AI Act, της πρώτης ολοκληρωμένης νομοθεσίας παγκοσμίως για τη ρύθμιση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Στόχος είναι να καταστεί σαφές στους πολίτες πότε αλληλεπιδρούν με ένα σύστημα AI και πότε μια εικόνα, ένα βίντεο, ένα ηχητικό αρχείο ή ένα κείμενο έχει δημιουργηθεί ή αλλοιωθεί με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, περιορίζοντας έτσι την παραπληροφόρηση, τις απάτες και τη χειραγώγηση.

Ξεκινά η εφαρμογή των νέων κανόνων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι από τις 2 Αυγούστου τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις διαφάνειας του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), ενώ παράλληλα ξεκινά και η ενεργός εφαρμογή των υποχρεώσεων από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Τεχνητής Νοημοσύνης (AI Office) σε συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές των κρατών-μελών.

Πρόκειται για το επόμενο μεγάλο βήμα στην εφαρμογή του AI Act, ο οποίος εγκρίθηκε το 2024 και εφαρμόζεται σταδιακά, ώστε να δοθεί χρόνος στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις νέες υποχρεώσεις.

Τι αλλάζει στην πράξη

Οι νέοι κανόνες δεν απαγορεύουν τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Αντίθετα, επιδιώκουν να κάνουν τη χρήση της πιο διαφανή και ασφαλή.

Στο εξής:

  • οι χρήστες πρέπει να ενημερώνονται όταν συνομιλούν με chatbot ή άλλο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης,
  • εικόνες, βίντεο και ηχητικά αρχεία που δημιουργούνται ή τροποποιούνται από AI πρέπει να φέρουν σαφή ένδειξη,
  • το ίδιο ισχύει για τα λεγόμενα deepfakes, ώστε να αποτρέπεται η παραπλάνηση των πολιτών,
  • οι οργανισμοί που χρησιμοποιούν AI οφείλουν να ενημερώνουν ξεκάθαρα όταν το περιεχόμενο δεν έχει παραχθεί αποκλειστικά από άνθρωπο.

Στόχος η αντιμετώπιση των deepfakes

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στα deepfakes, τα οποία τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο για πολιτική προπαγάνδα, οικονομικές απάτες, παραπληροφόρηση αλλά και διαδικτυακές επιθέσεις σε βάρος ιδιωτών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει άμεσα εάν αυτό που βλέπει ή ακούει αποτελεί πραγματικό γεγονός ή προϊόν αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ειδική επισήμανση τόσο προς τον άνθρωπο όσο και με μηχανικά αναγνώσιμο τρόπο, ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να εντοπίζεται και από ψηφιακά συστήματα.

Δεν αφορά μόνο τις μεγάλες εταιρείες

Οι νέες απαιτήσεις δεν περιορίζονται στους τεχνολογικούς κολοσσούς.

Επηρεάζουν:

  • επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν chatbots,
  • ηλεκτρονικά καταστήματα,
  • τράπεζες,
  • ασφαλιστικές εταιρείες,
  • ταξιδιωτικές πλατφόρμες,
  • διαφημιστικές εταιρείες,
  • μέσα ενημέρωσης,
  • δημιουργούς περιεχομένου,
  • οργανισμούς του δημόσιου τομέα.

Ουσιαστικά κάθε οργανισμός που αξιοποιεί AI στις υπηρεσίες ή στην επικοινωνία του οφείλει πλέον να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις διαφάνειας.

Ενισχυμένες εξουσίες για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Παράλληλα με τις απαιτήσεις διαφάνειας, η Επιτροπή αποκτά πλέον σημαντικότερες εποπτικές αρμοδιότητες απέναντι στους δημιουργούς των μεγάλων μοντέλων γενικής χρήσης (General Purpose AI).

Το Ευρωπαϊκό AI Office μπορεί να ζητά πληροφορίες, να διενεργεί ελέγχους και να διερευνά κατά πόσο οι πάροχοι τηρούν τις υποχρεώσεις τους, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι ένα μοντέλο μπορεί να δημιουργήσει συστημικούς κινδύνους για την κοινωνία ή την κυβερνοασφάλεια.

Αυστηρά πρόστιμα

Η μη συμμόρφωση με τον AI Act μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλά διοικητικά πρόστιμα.

Ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, οι κυρώσεις μπορούν να φτάσουν έως και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ή ποσοστό επί του παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών μιας εταιρείας, ακολουθώντας τη λογική που είχε εφαρμοστεί και με τον GDPR.

Η Ευρώπη θέλει να χτίσει εμπιστοσύνη

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι ο στόχος της δεν είναι να επιβραδύνει την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αλλά να δημιουργήσει ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης.

Η φιλοσοφία του AI Act βασίζεται στην αρχή ότι η καινοτομία μπορεί να συνυπάρξει με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ιδιωτικότητας και της δημοκρατίας.

Με απλά λόγια, η ΕΕ θεωρεί ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πότε συνομιλούν με μηχανές και πότε το περιεχόμενο που καταναλώνουν δεν αποτελεί αυθεντική ανθρώπινη δημιουργία.

Οι προκλήσεις για τις επιχειρήσεις

Παρά την ευρεία αποδοχή της ανάγκης για περισσότερη διαφάνεια, αρκετές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι οι τεχνικές οδηγίες εκδόθηκαν σχετικά αργά, αφήνοντας περιορισμένο χρόνο προσαρμογής.

Εκφράζονται επίσης ανησυχίες ότι η υπερβολική σήμανση περιεχομένου θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα φαινόμενο αντίστοιχο με τα «cookies», όπου οι χρήστες αγνοούν συστηματικά τις ειδοποιήσεις. Ωστόσο, η Επιτροπή εκτιμά ότι η σωστή ισορροπία μεταξύ προστασίας και καινοτομίας θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην τεχνητή νοημοσύνη και θα αποτελέσει πρότυπο για αντίστοιχες νομοθεσίες διεθνώς.

 

Από θανατηφόρο δηλητήριο σε φάρμακο ζωής: Πώς οι οχιές σώζουν σήμερα εκατομμύρια ανθρώπους

Για τους περισσότερους ανθρώπους, η οχιά αποτελεί συνώνυμο του κινδύνου. Ένα και μόνο δάγκωμά της μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αιμορραγίες, νέκρωση ιστών, ακόμη και θάνατο εάν δεν χορηγηθεί έγκαιρα η κατάλληλη θεραπεία. Ωστόσο, αυτό που για τη φύση αποτελεί ένα από τα πιο αποτελεσματικά «όπλα» επιβίωσης, για την επιστήμη εξελίσσεται σε έναν πραγματικό θησαυρό. Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι ερευνητές κατάφεραν να μετατρέψουν συστατικά του δηλητηρίου των οχιών σε φάρμακα που χρησιμοποιούνται καθημερινά για την αντιμετώπιση της υπέρτασης, των εμφραγμάτων, των διαταραχών της πήξης του αίματος και άλλων σοβαρών παθήσεων, ενώ σήμερα ανοίγουν νέοι δρόμοι για θεραπείες κατά του καρκίνου και του χρόνιου πόνου.

Ένα από τα πιο πολύπλοκα φυσικά «κοκτέιλ»

Το δηλητήριο των οχιών (οικογένεια Viperidae) αποτελεί ένα εξαιρετικά πολύπλοκο βιολογικό μείγμα. Περιέχει εκατοντάδες πρωτεΐνες, ένζυμα και πεπτίδια, καθένα από τα οποία στοχεύει με εντυπωσιακή ακρίβεια συγκεκριμένες λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού.

Σε αντίθεση με τα δηλητήρια των κομπρών ή των μαμπών, που επηρεάζουν κυρίως το νευρικό σύστημα, οι περισσότερες οχιές διαθέτουν κυρίως αιμοτοξικό και κυτταρολυτικό δηλητήριο. Με άλλα λόγια, επιτίθενται στο κυκλοφορικό σύστημα, διαταράσσουν την πήξη του αίματος, καταστρέφουν τα αιμοφόρα αγγεία και προκαλούν σοβαρές βλάβες στους ιστούς.

Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό είναι που προσέλκυσε το ενδιαφέρον της φαρμακολογίας. Αν οι τοξίνες μπορούν να μπλοκάρουν ή να ενεργοποιούν συγκεκριμένους μηχανισμούς του οργανισμού με τόσο μεγάλη ακρίβεια, γιατί να μη χρησιμοποιηθούν θεραπευτικά;

Η απάντηση ήταν θετική και άλλαξε την ιστορία της σύγχρονης ιατρικής.

Η επανάσταση που ξεκίνησε από μια βραζιλιάνικη οχιά

Η σημαντικότερη ίσως ανακάλυψη προήλθε από τη νοτιοαμερικανική οχιά Bothrops jararaca.

Τη δεκαετία του 1960 επιστήμονες παρατήρησαν ότι το δηλητήριό της προκαλούσε απότομη πτώση της αρτηριακής πίεσης. Ύστερα από πολυετή έρευνα απομονώθηκαν ουσίες που οδήγησαν στην ανάπτυξη του Captopril, του πρώτου αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitor).

Η κυκλοφορία του φαρμάκου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Μέχρι σήμερα εκατοντάδες εκατομμύρια ασθενείς με υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια ή νεφρική νόσο έχουν λάβει θεραπεία που βασίζεται σε αυτή την επιστημονική ανακάλυψη.

Πρόκειται ίσως για το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου ένα θανατηφόρο φυσικό δηλητήριο μετατράπηκε σε φάρμακο που παρατείνει τη ζωή.

Όπλο απέναντι στα εμφράγματα

Το δηλητήριο των οχιών δεν περιορίζεται όμως μόνο στη ρύθμιση της πίεσης.

Ορισμένες πρωτεΐνες, γνωστές ως δισιντεγκρίνες, εμποδίζουν τα αιμοπετάλια να προσκολληθούν μεταξύ τους και να δημιουργήσουν θρόμβους.

Οι ιδιότητες αυτές αξιοποιήθηκαν για την ανάπτυξη δύο πολύ σημαντικών αντιαιμοπεταλιακών φαρμάκων:

  • Eptifibatide
  • Tirofiban

Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται καθημερινά σε νοσοκομεία όλου του κόσμου κατά τη διάρκεια οξέων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου, αλλά και σε επεμβάσεις αγγειοπλαστικής, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο απόφραξης των στεφανιαίων αγγείων.

Χωρίς τις πρωτεΐνες που απομονώθηκαν από οχιές όπως οι Echis carinatus και Sistrurus miliarius, η ανάπτυξή τους πιθανότατα δεν θα ήταν εφικτή.

Η διπλή όψη της πήξης του αίματος

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του δηλητηρίου των οχιών είναι ότι μπορεί να προκαλέσει δύο εντελώς αντίθετα αποτελέσματα.

Ορισμένες τοξίνες ενεργοποιούν την πήξη του αίματος, ενώ άλλες την αναστέλλουν.

Αυτό επέτρεψε στους επιστήμονες να δημιουργήσουν τόσο αιμοστατικά όσο και θρομβολυτικά σκευάσματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η batroxobin, που απομονώθηκε από την οχιά Bothrops atrox. Η ουσία αυτή χρησιμοποιείται σε αρκετές χώρες για τη διαχείριση διαταραχών της πήξης και συνεχίζει να αποτελεί αντικείμενο ερευνών για την αντιμετώπιση εγκεφαλικών επεισοδίων.

Το δηλητήριο που βρίσκεται στα… εργαστήρια

Ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι το δηλητήριο χρησιμοποιείται καθημερινά σε διαγνωστικές εξετάσεις.

Η οχιά του Russell (Daboia russelii) παρέχει το βασικό συστατικό της εξέτασης dRVVT (Diluted Russell‘s Viper Venom Time).

Η εξέταση αυτή θεωρείται διεθνές πρότυπο για τη διάγνωση του αντιπηκτικού του λύκου, μιας αυτοάνοσης διαταραχής που αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο θρομβώσεων και αποβολών.

Χιλιάδες αιματολογικά εργαστήρια παγκοσμίως χρησιμοποιούν καθημερινά το συγκεκριμένο τεστ.

Μπορεί να νικήσει τον καρκίνο;

Ένα από τα πιο ενεργά πεδία έρευνας αφορά την ογκολογία.

Οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει τοξίνες που φαίνεται ότι:

  • αναστέλλουν την ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων που τροφοδοτούν τους όγκους,
  • εμποδίζουν τη μετάσταση,
  • προκαλούν απόπτωση, δηλαδή τον προγραμματισμένο θάνατο των καρκινικών κυττάρων,
  • αυξάνουν την αποτελεσματικότητα ορισμένων αντικαρκινικών φαρμάκων.

Αν και οι περισσότερες μελέτες βρίσκονται ακόμη σε προκλινικό στάδιο ή σε πρώιμες κλινικές δοκιμές, οι ειδικοί θεωρούν ότι τα επόμενα χρόνια το δηλητήριο των οχιών μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια νέα γενιά στοχευμένων αντικαρκινικών θεραπειών.

Ανακούφιση από τον χρόνιο πόνο χωρίς εθισμό

Η κρίση των οπιοειδών έχει στρέψει το ενδιαφέρον της επιστήμης στην αναζήτηση νέων αναλγητικών.

Ορισμένα πεπτίδια του δηλητηρίου φαίνεται να μπλοκάρουν επιλεκτικά συγκεκριμένους διαύλους ιόντων που συμμετέχουν στη μετάδοση των σημάτων πόνου.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι στο μέλλον θα μπορέσουν να αναπτύξουν ισχυρά παυσίπονα χωρίς τον κίνδυνο εθισμού που συνοδεύει τα μορφινούχα φάρμακα.

Χωρίς δηλητήριο δεν υπάρχει αντίδοτο

Παράδοξο αλλά αληθινό: το δηλητήριο αποτελεί και τη μοναδική πρώτη ύλη για την παραγωγή αντιοφικού ορού.

Η διαδικασία απαιτεί μεγάλη εξειδίκευση.

Οι επιστήμονες συλλέγουν μικρές ποσότητες δηλητηρίου από ζωντανές οχιές και τις χορηγούν σε πολύ χαμηλές, ασφαλείς δόσεις – συνήθως σε άλογα ή πρόβατα. Τα ζώα αναπτύσσουν αντισώματα, τα οποία στη συνέχεια απομονώνονται, καθαρίζονται και μετατρέπονται στον γνωστό αντιοφικό ορό.

Χωρίς αυτή τη διαδικασία δεν θα ήταν δυνατή η θεραπεία των περίπου 100.000 ανθρώπων που πεθαίνουν κάθε χρόνο παγκοσμίως από δηλητηριώδη δαγκώματα φιδιών, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη υφίστανται μόνιμες αναπηρίες.

Η κυπριακή οχιά

Στην Κύπρο απαντάται η οχιά της Λεβαντίνης (Macrovipera lebetina), το μεγαλύτερο δηλητηριώδες φίδι του νησιού. Το δηλητήριό της είναι ισχυρά αιμοτοξικό και μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, γι’ αυτό και κάθε δάγκωμα αποτελεί επείγον ιατρικό περιστατικό.

Παρά τον φόβο που προκαλεί, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η οχιά δεν επιτίθεται χωρίς λόγο. Τα περισσότερα περιστατικά συμβαίνουν όταν το φίδι αιφνιδιαστεί ή όταν κάποιος επιχειρήσει να το πιάσει ή να το σκοτώσει.

Όπως επισημαίνουν και οι ειδικοί του Ιδρύματος Τσιρίδη, τα φίδια αποτελούν πολύτιμο μέρος της κυπριακής βιοποικιλότητας, συμβάλλοντας στον φυσικό έλεγχο των τρωκτικών και στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας.

Το μέλλον βρίσκεται στις τοξίνες

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι μέχρι σήμερα έχει μελετηθεί μόλις ένα μικρό ποσοστό των χιλιάδων πρωτεϊνών που περιέχουν τα δηλητήρια των φιδιών.

Η εξέλιξη της μοριακής βιολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και της πρωτεωμικής επιτρέπει πλέον την ταχύτερη αναγνώριση νέων βιοδραστικών μορίων, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε θεραπείες για ασθένειες που σήμερα παραμένουν δύσκολα αντιμετωπίσιμες.

Η ιστορία του δηλητηρίου της οχιάς αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πώς η επιστήμη μπορεί να μετατρέψει έναν θανάσιμο φυσικό μηχανισμό σε εργαλείο σωτηρίας. Από τα αντιυπερτασικά φάρμακα και τις θεραπείες για τα εμφράγματα μέχρι τα διαγνωστικά τεστ, τις πειραματικές αντικαρκινικές θεραπείες και την ανάπτυξη νέων αναλγητικών, οι τοξίνες των οχιών αποδεικνύουν ότι η φύση εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές καινοτομίας στη σύγχρονη ιατρική.

Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό: το ίδιο δηλητήριο που στη φύση εξελίχθηκε για να σκοτώνει, στα χέρια των επιστημόνων μετατρέπεται σε ένα από τα πιο πολύτιμα «εργαλεία» για να σώζει ανθρώπινες ζωές

 

Τζίνσενγκ: Το «βότανο της ζωής» – Τι δείχνει πραγματικά η επιστήμη για τα οφέλη και τους κινδύνους του

Εδώ και περισσότερα από 2.000 χρόνια το τζίνσενγκ θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα θεραπευτικά βότανα της παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής. Σήμερα κυκλοφορεί σε εκατοντάδες σκευάσματα, από κάψουλες και εκχυλίσματα μέχρι τσάγια και ενεργειακά ποτά, με υποσχέσεις για περισσότερη ενέργεια, καλύτερη μνήμη, ισχυρότερο ανοσοποιητικό και μεγαλύτερη αντοχή στο στρες. Ωστόσο, τι από όλα αυτά επιβεβαιώνεται από τις σύγχρονες επιστημονικές μελέτες και τι αποτελεί περισσότερο προϊόν εμπορικής υπερβολής;

Το τζίνσενγκ (Panax ginseng και Panax quinquefolius) συγκαταλέγεται στα πλέον μελετημένα φυτικά συμπληρώματα παγκοσμίως. Το κύριο ενδιαφέρον των επιστημόνων επικεντρώνεται στις δραστικές ουσίες του, τις γινσενοσίδες (ginsenosides), οι οποίες φαίνεται να επηρεάζουν πολλαπλά βιολογικά συστήματα του οργανισμού.

Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν το τζίνσενγκ ως «προσαρμογόνο» (adaptogen), δηλαδή ουσία που ενδέχεται να βοηθά τον οργανισμό να ανταποκρίνεται καλύτερα στο σωματικό και ψυχολογικό στρες, χωρίς όμως να δρα ως φάρμακο για συγκεκριμένη νόσο.

Τα είδη του τζίνσενγκ

Υπάρχουν αρκετά είδη, όμως τα σημαντικότερα είναι:

  • Ασιατικό ή Κορεάτικο τζίνσενγκ (Panax ginseng), που θεωρείται πιο διεγερτικό.
  • Αμερικανικό τζίνσενγκ (Panax quinquefolius), με ηπιότερη δράση.
  • Κόκκινο τζίνσενγκ, το οποίο προκύπτει μετά από ειδική θερμική επεξεργασία της ρίζας και παρουσιάζει διαφορετική σύσταση δραστικών ουσιών.

Παρότι τα προϊόντα διαφημίζονται συχνά ως ισοδύναμα, οι ειδικοί τονίζουν ότι διαφέρουν σημαντικά τόσο ως προς τη χημική τους σύσταση όσο και ως προς τη βιολογική τους δράση.

Αντιφλεγμονώδης και αντιοξειδωτική δράση

Ένα από τα πιο σταθερά ευρήματα των τελευταίων ετών είναι η ισχυρή αντιοξειδωτική δράση του τζίνσενγκ.

Οι γινσενοσίδες φαίνεται να μειώνουν την παραγωγή ελευθέρων ριζών και να περιορίζουν τη χρόνια φλεγμονή, η οποία σχετίζεται με καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη, νευροεκφυλιστικές παθήσεις και πρόωρη γήρανση.

Παρότι τα εργαστηριακά αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι απαιτούνται μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους για ασφαλέστερα συμπεράσματα.

Μπορεί να βελτιώσει τη μνήμη;

Ένας από τους πιο δημοφιλείς λόγους χρήσης του είναι η ενίσχυση της εγκεφαλικής λειτουργίας.

Μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να συμβάλλει σε:

  • καλύτερη συγκέντρωση,
  • βελτίωση της βραχυπρόθεσμης μνήμης,
  • ταχύτερη επεξεργασία πληροφοριών,
  • καλύτερη πνευματική απόδοση σε περιόδους έντονου στρες.

Παράλληλα, διερευνάται ο πιθανός προστατευτικός του ρόλος έναντι νευροεκφυλιστικών παθήσεων, όπως η νόσος Alzheimer. Ωστόσο οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επιτρέπουν ακόμη να χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία.

Ενέργεια και αντιμετώπιση της κόπωσης

Ίσως η πιο διαδεδομένη χρήση του αφορά την αντιμετώπιση της κόπωσης.

Σύγχρονες ανασκοπήσεις δείχνουν ότι το τζίνσενγκ μπορεί να μειώσει την αίσθηση εξάντλησης, ιδιαίτερα σε:

  • άτομα με χρόνια κόπωση,
  • ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για καρκίνο,
  • ανθρώπους που βιώνουν έντονη σωματική ή πνευματική καταπόνηση.

Η δράση του δεν μοιάζει με αυτή της καφεΐνης. Δεν προκαλεί άμεση διέγερση, αλλά φαίνεται να βελτιώνει σταδιακά την παραγωγή κυτταρικής ενέργειας και να περιορίζει το οξειδωτικό στρες.

Ρύθμιση του σακχάρου

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα σχετικά με τον διαβήτη.

Ορισμένες κλινικές μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να:

  • αυξήσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη,
  • βελτιώσει τον μεταβολισμό της γλυκόζης,
  • μειώσει τα επίπεδα σακχάρου νηστείας.

Παρόλα αυτά, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι δεν αντικαθιστά την αντιδιαβητική αγωγή και η χρήση του πρέπει να γίνεται μόνο μετά από ιατρική συμβουλή, καθώς μπορεί να προκαλέσει υπογλυκαιμία όταν συνδυαστεί με φάρμακα.

Ανοσοποιητικό σύστημα

Το τζίνσενγκ φαίνεται επίσης να επηρεάζει θετικά το ανοσοποιητικό σύστημα.

Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να αυξήσει τη δραστηριότητα συγκεκριμένων ανοσοκυττάρων και ενδεχομένως να μειώσει τη συχνότητα λοιμώξεων του αναπνευστικού.

Ωστόσο, η επιστημονική κοινότητα επισημαίνει ότι τα μέχρι σήμερα δεδομένα δεν είναι αρκετά ώστε να συστήνεται ως μέσο πρόληψης των λοιμώξεων.

Σεξουαλική υγεία

Το τζίνσενγκ έχει μελετηθεί ιδιαίτερα για τη στυτική δυσλειτουργία.

Αρκετές μικρές κλινικές μελέτες δείχνουν μέτρια βελτίωση της στυτικής λειτουργίας, πιθανότατα μέσω καλύτερης αγγειοδιαστολής και αυξημένης παραγωγής μονοξειδίου του αζώτου.

Οι ειδικοί όμως ξεκαθαρίζουν ότι δεν αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής και τα αποτελέσματα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών.

Τι δείχνει η συνολική επιστημονική εικόνα;

Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα ανασκόπηση τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών κατέληξε ότι, παρά τις αρκετές ενδείξεις για οφέλη, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν αποτελεσματικότητα για τη θεραπεία κάποιας συγκεκριμένης ασθένειας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι οι περισσότερες μελέτες χρησιμοποιούν διαφορετικά εκχυλίσματα, διαφορετικές δόσεις και διαφορετική διάρκεια χορήγησης, γεγονός που δυσκολεύει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Παρενέργειες και προφυλάξεις

Παρότι θεωρείται σχετικά ασφαλές όταν χρησιμοποιείται σωστά, το τζίνσενγκ δεν είναι κατάλληλο για όλους.

Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν:

  • αϋπνία,
  • πονοκέφαλο,
  • νευρικότητα,
  • γαστρεντερικές διαταραχές,
  • ταχυκαρδία,
  • μεταβολές της αρτηριακής πίεσης.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε άτομα που λαμβάνουν:

  • αντιπηκτικά,
  • αντιδιαβητικά φάρμακα,
  • αντικαταθλιπτικά,
  • φάρμακα για την υπέρταση,
  • στατίνες.

Δεν συνιστάται επίσης σε εγκύους, θηλάζουσες γυναίκες και παιδιά, λόγω έλλειψης επαρκών δεδομένων ασφάλειας.

Συμπέρασμα

Το τζίνσενγκ δεν αποτελεί το «θαυματουργό βότανο» που συχνά παρουσιάζεται στη διαφήμιση. Ωστόσο, οι σύγχρονες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι διαθέτει ενδιαφέρουσες βιολογικές ιδιότητες και μπορεί να προσφέρει ήπια έως μέτρια οφέλη σε τομείς όπως η αντιμετώπιση της κόπωσης, η γνωστική λειτουργία, η ρύθμιση του σακχάρου και η υποστήριξη του ανοσοποιητικού.

Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από το είδος του τζίνσενγκ, την ποιότητα του εκχυλίσματος, τη δοσολογία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου. Για τον λόγο αυτό, η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με μέτρο και, ιδιαίτερα σε άτομα που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή ή πάσχουν από χρόνια νοσήματα, μόνο μετά από συμβουλή επαγγελματία υγείας.

 

Λοχ Νες: Ο θρύλος που η επιστήμη δεν κατάφερε να σκοτώσει

Ελάχιστοι θρύλοι έχουν καταφέρει να επιβιώσουν για περισσότερο από δεκαπέντε αιώνες και να εξακολουθούν να προκαλούν το ίδιο δέος στη σύγχρονη εποχή. Το περίφημο τέρας του Λοχ Νες, η θρυλική «Νέσι», αποτελεί ίσως το πιο γνωστό ανεξιχνίαστο μυστήριο της λαϊκής παράδοσης. Παρά τις δεκάδες επιστημονικές αποστολές, τα προηγμένα σόναρ, τις υποβρύχιες κάμερες και τις αναλύσεις DNA, κανείς δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να αποδείξει ότι υπάρχει. Κι όμως, κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες συνεχίζουν να στέκονται στις όχθες της σκοτσέζικης λίμνης, ελπίζοντας πως θα είναι εκείνοι που θα αντικρίσουν πρώτοι το μυθικό πλάσμα.

 

Ένας θρύλος που γεννήθηκε πριν από 1.500 χρόνια

Η ιστορία του τέρατος του Λοχ Νες δεν ξεκινά τον 20ό αιώνα, όπως πολλοί πιστεύουν. Οι πρώτες αναφορές ανάγονται στον 6ο αιώνα μ.Χ., όταν ο Ιρλανδός μοναχός Άγιος Κολούμπα φέρεται να αντιμετώπισε ένα μυστηριώδες υδρόβιο πλάσμα στον ποταμό Νες. Σύμφωνα με το μεσαιωνικό κείμενο Vita Sancti Columbae, το τέρας επιχείρησε να επιτεθεί σε έναν άνθρωπο, αλλά υποχώρησε όταν ο άγιος έκανε το σημείο του σταυρού και το διέταξε να απομακρυνθεί. Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι πρόκειται για αγιολογικό κείμενο με συμβολικό χαρακτήρα, ωστόσο αποτελεί την πρώτη γνωστή καταγραφή που συνδέεται με τον θρύλο.

Το 1933 που άλλαξε τα πάντα

Η σύγχρονη ιστορία της «Νέσι» ξεκινά το 1933. Ένα παντρεμένο ζευγάρι ισχυρίστηκε ότι είδε ένα τεράστιο ζώο να αναδύεται από τα νερά της λίμνης, δημιουργώντας έντονο κυματισμό. Η μαρτυρία δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα Inverness Courier και μέσα σε λίγες εβδομάδες έκανε τον γύρο της Βρετανίας.

Λίγους μήνες αργότερα, ένας ακόμη μάρτυρας υποστήριξε ότι είδε ένα πλάσμα με μακρύ λαιμό να διασχίζει τον δρόμο δίπλα στη λίμνη. Οι περιγραφές θύμιζαν προϊστορικό ερπετό και τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης άρχισαν να καλύπτουν καθημερινά την υπόθεση. Η δημοσιότητα εκτόξευσε τον τουρισμό στην περιοχή και το Λοχ Νες μετατράπηκε σε παγκόσμιο σημείο ενδιαφέροντος.

Η φωτογραφία που έπεισε τον κόσμο

Το 1934 δημοσιεύθηκε η πιο διάσημη εικόνα του τέρατος, γνωστή ως «η φωτογραφία του χειρουργού» (Surgeon‘s Photograph). Η ασπρόμαυρη φωτογραφία παρουσίαζε έναν μακρύ λαιμό να προβάλλει από τα νερά της λίμνης και θεωρήθηκε για δεκαετίες η ισχυρότερη απόδειξη της ύπαρξης της Νέσι.

Η αλήθεια, όμως, αποκαλύφθηκε μόλις τη δεκαετία του 1990. Η εικόνα ήταν μια καλοστημένη απάτη. Το «τέρας» δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μικρό ξύλινο ομοίωμα στερεωμένο πάνω σε παιχνίδι-υποβρύχιο, που κατασκευάστηκε ως εκδίκηση προς την εφημερίδα που είχε γελοιοποιήσει έναν κυνηγό μεγάλων θηραμάτων. Παρά την αποκάλυψη, η φωτογραφία παραμένει μέχρι σήμερα το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο του μύθου.

Οι επιστήμονες μπήκαν στο παιχνίδι

Από τη δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες επιστημονικές αποστολές. Χρησιμοποιήθηκαν σόναρ, υποβρύχιες κάμερες, τηλεκατευθυνόμενα οχήματα, ακόμη και δορυφορικά συστήματα.

Κατά καιρούς καταγράφηκαν ανεξήγητα ηχητικά σήματα ή μεγάλα κινούμενα αντικείμενα κάτω από την επιφάνεια, όμως καμία ένδειξη δεν αποδείχθηκε επαρκής ώστε να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ενός άγνωστου γιγάντιου ζώου.

Η επανάσταση του DNA

Το 2018 επιστήμονες από τη Νέα Ζηλανδία πραγματοποίησαν μία από τις πιο σύγχρονες έρευνες στη λίμνη, αναλύοντας περιβαλλοντικό DNA (eDNA) από δείγματα νερού.

Η μελέτη κατέγραψε χιλιάδες είδη μικροοργανισμών, ψαριών και άλλων οργανισμών, χωρίς όμως να εντοπίσει ίχνη DNA που να υποδηλώνουν την παρουσία ενός μεγάλου άγνωστου ερπετού ή προϊστορικού ζώου. Αντίθετα, διαπιστώθηκε μεγάλη παρουσία χελιών, γεγονός που οδήγησε ορισμένους επιστήμονες να υποθέσουν ότι ορισμένες θεάσεις ίσως αφορούσαν ασυνήθιστα μεγάλους εκπροσώπους του συγκεκριμένου είδους.

Οι πιθανές εξηγήσεις

Οι ειδικοί έχουν προτείνει πολλές ερμηνείες για τις εκατοντάδες αναφορές θεάσεων:

  • μεγάλα χέλια,
  • οξύρρυγχοι,
  • κύματα από διερχόμενα σκάφη,
  • οπτικές ψευδαισθήσεις λόγω της ιδιαίτερα σκοτεινής επιφάνειας της λίμνης,
  • κορμοί δέντρων που αναδύονται από τον βυθό,
  • σμήνη πουλιών ή φώκιες που παρασύρθηκαν στην περιοχή,
  • καθώς και ανθρώπινες απάτες.

Παλαιότερα είχε διατυπωθεί ακόμη και η θεωρία ότι η Νέσι είναι ένας επιζών πλησιόσαυρος, θαλάσσιο ερπετό της εποχής των δεινοσαύρων. Ωστόσο οι παλαιοντολόγοι απορρίπτουν σχεδόν ομόφωνα αυτό το ενδεχόμενο, επισημαίνοντας ότι το οικοσύστημα της λίμνης δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την επιβίωση ενός τόσο μεγάλου ζώου.

Γιατί εξακολουθούμε να πιστεύουμε;

Παρά την έλλειψη αποδείξεων, ο θρύλος δεν δείχνει να σβήνει. Ψυχολόγοι εξηγούν ότι οι άνθρωποι έχουν έντονη τάση να αναζητούν μοτίβα ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε ένα περιβάλλον φορτισμένο με προσδοκίες και μυστήριο.

Παράλληλα, η «Νέσι» έχει μετατραπεί σε σημαντικό κομμάτι της σκωτσέζικης πολιτιστικής ταυτότητας και της τουριστικής οικονομίας. Εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες ταξιδεύουν κάθε χρόνο στο Λοχ Νες, επισκέπτονται το κάστρο του Urquhart, κάνουν κρουαζιέρες στη λίμνη και ελπίζουν να δουν έστω και μια σκιά στην επιφάνεια των νερών.

Ένα μυστήριο που δύσκολα θα λυθεί

Σήμερα, η επιστημονική κοινότητα θεωρεί εξαιρετικά απίθανη την ύπαρξη ενός άγνωστου γιγάντιου ζώου στη λίμνη. Ωστόσο, η απουσία αποδείξεων δεν στάθηκε ποτέ αρκετή για να εξαφανίσει έναν τόσο ισχυρό μύθο. Το τέρας του Λοχ Νες συνεχίζει να ζει στη συλλογική φαντασία, αποτελώντας ένα μοναδικό παράδειγμα του πώς η λαογραφία, τα μέσα ενημέρωσης, η επιστήμη και ο τουρισμός μπορούν να δημιουργήσουν έναν θρύλο που παραμένει ζωντανός επί δεκαετίες.

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη δύναμη της Νέσι να μην βρίσκεται στα σκοτεινά νερά της σκωτσέζικης λίμνης, αλλά στη διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύουμε ότι ο κόσμος εξακολουθεί να κρύβει ανεξερεύνητα μυστικά.

 

Γιόγκα: Η άσκηση που αλλάζει σώμα, εγκέφαλο και ψυχολογία.

Η γιόγκα έχει εξελιχθεί σε μία από τις δημοφιλέστερες μορφές άσκησης παγκοσμίως. Πέρα όμως από την ευεξία που προσφέρει, τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνει ολοένα και μεγαλύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον. Δεκάδες μελέτες δείχνουν ότι η συστηματική εξάσκηση μπορεί να ωφελήσει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχική υγεία, συμβάλλοντας στη μείωση του άγχους, στη βελτίωση της καρδιαγγειακής λειτουργίας και στην αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου.

Η γιόγκα δεν αποτελεί απλώς μια μορφή ήπιας άσκησης ή χαλάρωσης, αλλά μια ολοκληρωμένη πρακτική που συνδυάζει σωματικές στάσεις, ελεγχόμενες αναπνοές, τεχνικές συγκέντρωσης και διαλογισμό. Σύμφωνα με εκτενή επιστημονική ανασκόπηση της Αμερικανίδας ερευνήτριας Catherine Woodyard, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Yoga, η τακτική εξάσκηση μπορεί να επιφέρει σημαντικά οφέλη τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική υγεία. Η μελέτη αξιολόγησε τα ευρήματα δεκάδων ερευνών από διαφορετικές χώρες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η γιόγκα μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική συμπληρωματική παρέμβαση για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την πρόληψη πολλών χρόνιων προβλημάτων υγείας.

Σύμφωνα με την ανασκόπηση, η γιόγκα ενισχύει τη μυϊκή δύναμη, αυξάνει την ευλυγισία, βελτιώνει την ισορροπία και συμβάλλει στη σωστή στάση του σώματος. Παράλληλα, βοηθά στην καλύτερη κινητικότητα των αρθρώσεων και μειώνει τη δυσκαμψία, ιδιαίτερα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας ή σε όσους ακολουθούν καθιστική ζωή. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ακόμη ότι η συστηματική εξάσκηση μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργία του αναπνευστικού και του καρδιαγγειακού συστήματος, ενώ σε αρκετές μελέτες καταγράφηκε μείωση της αρτηριακής πίεσης, καλύτερη καρδιοαναπνευστική αντοχή και θετικές επιδράσεις στη συνολική φυσική κατάσταση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα που αφορούν την ψυχική υγεία. Η συγγραφέας επισημαίνει ότι η γιόγκα μειώνει σημαντικά τα επίπεδα άγχους, στρες και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, καθώς ενεργοποιεί τον παρασυμπαθητικό κλάδο του νευρικού συστήματος, δηλαδή τον φυσικό μηχανισμό χαλάρωσης του οργανισμού. Με τον τρόπο αυτό περιορίζεται η υπερβολική παραγωγή κορτιζόλης και άλλων ορμονών του στρες, ενώ ενισχύεται το αίσθημα ηρεμίας και ψυχικής ισορροπίας. Πολλοί συμμετέχοντες στις μελέτες ανέφεραν ότι ένιωθαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, καλύτερη συγκέντρωση και αυξημένη ικανότητα διαχείρισης των πιεστικών καταστάσεων της καθημερινότητας.

Η ανασκόπηση αναφέρει επίσης ότι η γιόγκα μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο στη διαχείριση του χρόνιου πόνου. Έρευνες σε ασθενείς με οσφυαλγία, αυχενικό σύνδρομο, αρθρίτιδα και άλλες μυοσκελετικές παθήσεις έδειξαν μείωση της έντασης του πόνου, καλύτερη λειτουργικότητα και μικρότερη ανάγκη για αναλγητικά φάρμακα. Παράλληλα, αρκετές μελέτες κατέγραψαν βελτίωση στην ποιότητα του ύπνου, με τους συμμετέχοντες να κοιμούνται πιο εύκολα, να ξυπνούν λιγότερες φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και να αισθάνονται πιο ξεκούραστοι το πρωί.

Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα της επιστημονικής ανασκόπησης είναι ότι η γιόγκα δεν δρα μόνο μέσω της σωματικής άσκησης. Η συνδυαστική εφαρμογή αναπνευστικών ασκήσεων, διαλογισμού και τεχνικών ενσυνειδητότητας (mindfulness) φαίνεται να βελτιώνει την αυτογνωσία, τον αυτοέλεγχο και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα. Οι ασκούμενοι μαθαίνουν να αναγνωρίζουν πιο αποτελεσματικά τα σήματα του σώματός τους, να διαχειρίζονται καλύτερα τις αρνητικές σκέψεις και να αποκτούν μια πιο ισορροπημένη στάση απέναντι στις καθημερινές δυσκολίες. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η γιόγκα χρησιμοποιείται ολοένα και συχνότερα ως συμπληρωματική θεραπευτική πρακτική σε προγράμματα ψυχικής υγείας και αποκατάστασης.

Επιπλέον, η ανασκόπηση επισημαίνει ότι υπάρχουν ενδείξεις πως η γιόγκα μπορεί να επηρεάζει θετικά και ορισμένους βιολογικούς δείκτες που σχετίζονται με τη φλεγμονή και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Αν και τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ακόμη ασφαλή συμπεράσματα, αρκετές μελέτες υποδεικνύουν ότι η τακτική εξάσκηση συμβάλλει στη δημιουργία ενός πιο ισορροπημένου οργανισμού, ο οποίος ανταποκρίνεται καλύτερα τόσο στο σωματικό όσο και στο ψυχολογικό στρες. Αυτό εξηγεί γιατί ολοένα και περισσότερα νοσοκομεία και κέντρα αποκατάστασης εντάσσουν προγράμματα γιόγκα στις υπηρεσίες τους, κυρίως ως συμπληρωματική και όχι ως υποκατάστατη θεραπεία.

Η συγγραφέας τονίζει, ωστόσο, ότι παρόλο που τα επιστημονικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, απαιτούνται μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες κλινικές μελέτες ώστε να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ποια είδη γιόγκα είναι πιο αποτελεσματικά για κάθε πάθηση, ποια είναι η ιδανική διάρκεια των προγραμμάτων και ποια η συχνότητα εξάσκησης που αποφέρει τα μεγαλύτερα οφέλη. Μέχρι τότε, το συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι σαφές: η γιόγκα αποτελεί μια ασφαλή, χαμηλού κόστους και μη φαρμακευτική παρέμβαση που μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά στην πρόληψη και τη διαχείριση πολλών χρόνιων προβλημάτων υγείας, πάντα με την καθοδήγηση ειδικών και σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό όταν πρόκειται για άτομα με σοβαρά νοσήματα ή ιδιαίτερες ιατρικές ανάγκες.

 

Most Popular

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ